Το χωράφι ήταν αδύναμο

Τσαγκαροδευτέρα και σήμερα 4 Απριλίου. Το χρέος μου το επαγγελματικό το έκανα. Πήγα ωραία, ωραία στο ακροατήριο μου, πήρα την αναβολή μου (λόγω αποχής πάντα) Μάρτιο του 2017, ζωή νάχουμε να δικάσουμε! Και τώρα πώς περνάμε το υπόλοιπον της ημέρας; Εδώ και καιρό λοιπόν (η ρημάδα η αποχή φταίει για όλα) στριφογυρνάει στο μυαλό μου η ιδέα να ξεκινήσω μια καταγραφή διαφόρων φαιδρών κυρίως περιστατικών από το δικηγορικό μου βίο. Κι επειδή η έμπνευση είναι ένα μυστήριο πράγμα, ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σού ‘ρθει, εμένα μου ήρθε χθες βράδυ και γεννήθηκε η ιστορία που ακολουθεί. Πρόκειται για αληθινό περιστατικό, βιωματικό, των πρώτων χρόνων της δικηγορίας μου, ολίγον διανθισμένο με κάποια στοιχεία μυθοπλασίας και αλλαγμένα ονόματα.
Ιστορίες από την έδρα, Vol.1.

Το χωράφι ήταν αδύναμο

Παρασκευή πρωί περίπου 8.45 η ώρα. Στο περιφερειακό ειρηνοδικείο επικρατεί ένας μικρός πανικός. Μέρα δικασίμου βλέπεις σήμερα και το κατάστημα του Ειρηνοδικείου ετοιμάζεται για μια ακόμη φορά να ζήσει στιγμές δόξας. Ο κόσμος πολύς, οι δικηγόροι ακόμα περισσότεροι. Αν κάτσεις και μετρήσεις μπορεί και να τους βρεις δύο προς ένα, που λέει ο λόγος (δύο δικηγόροι ένας πελάτης).
Φωνές, βουητά, συνεννοήσεις της τελευταίας στιγμής. Μάρτυρες που έχουν ξεχάσει τα λόγια τους και προσπαθούν απεγνωσμένα υπό τις υποδείξεις του συνηγόρου να τα θυμηθούν. Διάδικοι ανυπόμονοι και ανήσυχοι λες και περιμένουν να δικαστούν στο Μικτό Ορκωτό, ήμαρτον Κύριε! Κάποιοι με τα κινητά στα χέρια, μιλούν και χειρονομούν ταυτόχρονα. Δικηγόροι που για τελευταία φορά κοιτούν και ξανακοιτούν τα έγγραφα τους. Και οι αργοπορημένοι που φτάνουν με την ψυχή στο στόμα και τρέχουν κατευθείαν να διαβάσουν το πινάκιο για να δουν το νούμερο τους. Οι πιο μερακλήδες τραβούν τις τελευταίες τζουρίτσες από το τσιγάρο τους και πίνουν τις τελευταίες γουλιές από τον καφέ στο πλαστικό, πριν μπουν μέσα στο ακροατήριο για την έναρξη της διαδικασίας.
Το ακροατήριο ακόμη μισοάδειο. Το κουδούνι στην έδρα του Προέδρου περιμένει υπονομετικά ναρθεί η στιγμή που ο ήχος του θα ακουστεί στην αίθουσα. Χρόνια ολόκληρα άλλωστε αυτή τη δουλειά κάνει και με μεγάλη επιτυχία μάλιστα. Θάλεγε κανείς ότι ζει και υπάρχει μόνο γι αυτή τη μια και μοναδική στιγμή. Και τότε, όπως συμβαίνει κάθε φορά, με ένα μαγικό τρόπο ζωντανεύει το «νεκρό» ακροατήριο του μικρού, περιφερειακού ειρηνοδικείου, παίρνει σάρκα και οστά και η φωνή του προέδρου ακούγεται δυνατά και καθαρά «Αρχίζει η συνεδρίαση του Ειρηνοδικείου».
Ελάχιστα αργοπορημένη κι εγώ, μόλις μπαίνω στο κτίριο του ειρηνοδικείου ψάχνω στα γρήγορα να εντοπίσω τον πελάτη μου ανάμεσα στον κόσμο. Δεν προλαβαίνω, με εντοπίζει πρώτος ο ίδιος και με πλησιάζει.
-Αντε Κυρία Χαρούλα μου πού είσαι, άργησες. Το νούμερο 3 έχουμε μου λέει.
Εγώ ψύχραιμη, δε «μασάω», αποφασισμένη να έχω το πάνω χέρι στον πελάτη.
-Μην ανησυχείς κύριε Θωμά, ακόμα δεν ξεκίνησε η διαδικασία.
Τον κόβω με το μάτι ότι ο άνθρωπος είναι αγχωμένος πολύ. Έχει βγάλει και το μαντήλι του κι όλο σκουπίζει τη φαλάκρα του. Είναι ολοφάνερο ότι δεν τον χωράει ο τόπος. Η υπόθεση του βέβαια τίποτα το σπουδαίο, μια χρησικτησία ρουτίνας από αυτές τις συνομολογημένες, ουσιαστικά δηλαδή χωρίς αντίδικο. Μα τι να σου κάνει ο ανθρωπάκος. Χωρικός κι ανίδεος από δικαστήρια. Από αυτούς που το μότο τους μια ζωή είναι το «μακριά από γιατρούς και δικηγόρους», που πρώτη φορά στη ζωή του περνάει την πόρτα του δικαστηρίου και είναι σφόδρα πιθανό να μην την ξαναπεράσει μέχρι την ώρα που θα αποχαιρετήσει το μάταιο τούτο κόσμο. Φοβάται λοιπόν για το τι θα γίνει μέσα στο ακροατήριο. Στο μεταξύ όμως, να τα λέμε κι αυτά, χωρικός κι ανίδεος από τη μια αλλά και σπάγκος από την άλλη ο μπαρμπά Θωμάς. Η τσέπη του καβούρια είχε, μέχρι να του πάρω την αμοιβή μου είδα κι έπαθα. Και κάπου εκεί από τη γενικότερη συμπεριφορά του κατάλαβα ότι ο τύπος ήταν και πονηρούλης άμα επρόκειτο να γλιτώσει λεφτά.
Τελοσπάντων, τον καθησυχάζω όσο μπορώ, λέγοντας του ότι το πολύ πολύ να τον ρωτήσει ο πρόεδρος κανά δυο πραγματάκια σχετικά με το επίδικο χωράφι, που κι αυτό ακόμη όπως του είπα, το θεωρούσα απίθανο γιατί ο ίδιος δεν ήταν εδώ ως μάρτυρας.
-Εν πάσει περιπτώσει, το χωράφι σου δεν ξέρεις μωρέ κύριε Θωμά, του λέω. Δεν ξέρεις που βρίσκεται, πόσα μέτρα είναι; Η μήπως δεν ξέρεις ότι το χεις και το καλλιεργείς πάνω από είκοσι χρόνια. Ε αυτά, θα σε ρωτήσει- πού νάξερα κι εγώ η έρμη ότι ο Πρόεδρος είχε άλλα σχέδια για μας. Εσύ πάντως, μόλις ακούσεις το όνομα σου θα βγεις μπροστά και τα άλλα άστα πάνω μου. Μην έχεις άγχος και σ’ ένα λεπτό θα έχουμε τελειώσει.
Και καθώς τελειώνω τη φράση μου μπαίνουμε στο ακροατήριο, ο πελάτης μου κάθεται στις θέσεις για το κοινό κι εγώ κατευθύνομαι στα έδρανα των δικηγόρων.
Ο πρόεδρος μπαίνει στην αίθουσα ακολουθούμενος από τη γραμματέα. Μεγαλοπρεπής, ψηλός και στητός κάθεται στην θέση του και όπως ήταν αναμενόμενο….. κρούει τον κώδωνα, κηρύσσοντας την έναρξη της διαδικασίας.
Γρήγορα φτάνει η σειρά μας και ο πρόεδρος εκφωνεί το όνομα του πελάτη μου. Πειθήνιος αυτός, σηκώνεται και κατευθύνεται μπροστά στην έδρα. Από κοντά κι εγώ, να επέμβω αν χρειαστεί. Έλα όμως που ο Πρόεδρος είχε κέφια σήμερα- τον συγκεκριμένο τον έπιαναν αυτά πού και πού. Αρέσκονταν στα πειράγματα και τα ευφυολογήματα και αρκετά συχνά εξασκούσε το χόμπι του αυτό στο ακροατήριο. Και για την τύχη όλων μας διάλεξε σήμερα να «κάνει παιχνίδι» με το δικό μου τον πελάτη, τον φοβισμένο, τον αγχωμένο, τον φραγκοφονιά.
Αφού τον ρώτησε τα σχετικά με την ταυτότητα του, πώς λέγεσαι κλπ, τι σχέση έχεις με το χωράφι, στα οποία ανταποκρίθηκε ικανοποιητικά, πήρε ύφος σοβαρό ο πρόεδρος και καμώθηκε πως διαβάζει το δικόγραφο. Ο πελάτης μου θα πρέπει να κρατούσε και την ανάσα του ακόμη λες και περίμενε πια τη θανατική του καταδίκη. Κι εκεί που πηγαινόφερνα το βλέμμα μου μια στο μπαρμπά Θωμά και μια στον Πρόεδρο ακούω την ερώτηση και μένω κάγκελο (απ’ την απάντηση φυσικά έμεινα απλά παγωτό!).
-Και δε μου λες κυρ Θωμά, λέει ο πρόεδρος, το χωράφι σου είναι καλό, είναι γόνιμο, σου δίνει καλή παραγωγή;
Εκεί λοιπόν ήταν που θαύμασα τα αντανακλαστικά του πελάτη μου. Ο φόβος της χασούρας βλέπεις, ενεργοποίησε όλα του τα εγκεφαλικά κύτταρα, ξέχασε και τη ζέστη, έβαλε στην τσέπη το μαντήλι και με αστραπιαία ταχύτητα έδωσε την πληρωμένη του απάντηση.
-Μπαααααααα! (μακρόσυρτο και κουτοπόνηρο), Κύριε Πρόεδρε δε βαριέσαι, το χωράφι είναι…….πολύ αδύναμο!
Περιττό να πω ότι άμεση ήταν και η απόκριση του ακροατηρίου στην επική αυτή ατάκα, καθώς αυτόματα αναλύθηκε σε δυνατά γέλια, ενώ κι ο Πρόεδρος έκανε φανερή προσπάθεια να μη ξεσπάσει μάλλον σε κλαυσίγελο με το χωράφι που ήταν ….αδύναμο! Εγώ βέβαια ακόμη σήμερα αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό που τον ώθησε στην απάντηση του αυτή κι έχω καταλήξει στην επικρατέστερη εκδοχή να σκέφτηκε ότι ίσως ένα «αδύναμο» χωράφι να μείωνε και τα δικαστικά του έξοδα! Η τσιγκουνιά (κατά το η πενία) τέχνας κατεργάζεται.
Μετά ταύτα κι αφού απλόχερα προσφέραμε στο σεβαστό ακροατήριο απρόσμενη ιλαρότητα, ο αξιότιμος πρόεδρος μας είπε το πολυπόθητο «ΣΥΖΗΤΕΙΤΑΙ» και αποχωρήσαμε με τον πελάτη μου δόξη και τιμή! Ο τελευταίος μάλιστα είχε στο βλέμμα του και το ύφος του νικητή αφού κατά κοινή ομολογία τον είχε βγάλει νοκ άουτ τον πρόεδρο!
Υ.Γ. Το νου σας γιατί είναι άγνωστο πότε και πού θα ξαναχτυπήσω, ειδικά όσο διαρκεί η αποχή!

Χαρούλα Γεωργιάδου

Σχολιάστε

Filed under ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s