Η Ολομέλεια για τον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ

ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ-ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Για το σχέδιο νόμου ΄΄ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΩΝ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ, ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ, ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΕΡΓΩΝ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ», στο οποίο περιλαμβάνονται (ΜΕΡΟΣ Δ΄) διατάξεις που αφορούν σε:
«ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΩΝ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΩΝ»
………………………………

Επί του ανωτέρω σχεδίου νόμου, που έρχεται να ψηφιστεί ξαφνικά με τη διαδικασία του επείγοντος, μετά την αναπάντεχη έκθεση προς δημόσια διαβούλευση, περί τα τέλη Οκτωβρίου 2011, και χωρίς να έχει προηγηθεί ο παραμικρός ουσιαστικός διάλογος, αν όχι με άλλους αρμόδιους φορείς, τουλάχιστον με την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, και χωρίς να τεθεί ουσιαστικά σε δημόσια διαβούλευση το εν λόγω Σ/Ν, σας αποστέλλουμε επικαιροποιημένες τις από 31-10-2011 προτάσεις μας, για τις οποίες δεν κληθήκαμε να κάνουμε έναν γόνιμο διάλογο, μετά τις τροποποιήσεις που έχει δεχθεί μέχρι σήμερα το εισαχθέν προς ψήφιση Σ/Ν, και στον δυσανάλογα μικρό χρόνο που διατίθεται, σε σχέση με τη σοβαρότητα των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, για την ολοκληρωτική κατάθεση σχετικών προτάσεων, σας αποστέλλουμε τις παρακάτω αναφερόμενες συνοπτικές παρατηρήσεις μας, ζητώντας να ληφθούν σοβαρά υπόψη.

A. ΓΕΝΙΚΕΣ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ
1) Είναι γεγονός ότι ο Ν.2882/2011 παρουσιάζει σοβαρά κενά σε ουσιώδη θέματα και περιλαμβάνει πολλές αδικίες σε βάρος των ιδιοκτητών των απαλλοτριουμένων ακινήτων, τα οποία πολλές φορές καλύπτονταν από τη νομολογία, που προέβαινε σε αναλογική ερμηνεία των διατάξεών του.
Πλην όμως το νέο σχέδιο νόμου, αντί να βελτιώσει τον ισχύοντα νόμο, να συμπληρώσει τα κενά του και να αποκαταστήσει τις αδικίες του, εμπεριέχει διατάξεις, οι οποίες επιτείνουν στο έπακρο τη δυσμενή αντιμετώπιση των ιδιοκτητών των απαλλοτριουμένων ακινήτων, επ’ ωφελεία των υπέρ ων η απαλλοτρίωση, κατά τρόπο που αντίκειται έντονα σε ουσιώδεις διατάξεις του Συντάγματος, και επιπρόσθετα επαυξάνουν τα ερμηνευτικά ζητήματα, προκαλώντας τεράστια σύγχυση και ασάφειες ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του επί ορισμένων θεμάτων.
2) Με το σχέδιο νόμου υποστηρίζεται ότι επιδιώκεται α) η μείωση του χρόνου ολοκλήρωσης της διαδικασίας της απαλλοτρίωσης, β) ο εξορθολογισμός του κόστους των αποζημιώσεων, γ) η καλύτερη υπεράσπιση των συμφερόντων του Δημοσίου και δ) η απλούστευση διαδικασιών που θα διευκολύνει τόσον τον πολίτη, όσο και τη Διοίκηση κατά την υλοποίηση της απαλλοτρίωσης. Πλην όμως το σχέδιο νόμου εξασφαλίζει απόλυτα τους δεύτερο και τρίτο από τους επικαλούμενους στόχους του, που είναι η καλύτερη υπεράσπιση των Ταμειακών συμφερόντων του Δημοσίου και των νομικών προσώπων που διενεργούν τις απαλλοτριώσεις, πλην όμως ουδόλως συμβάλλει στην επίτευξη των άλλων στόχων του, που είναι η μείωση του χρόνου και η απλούστευση της διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης κυρίως προς όφελος του πολίτη, αντίθετα μάλιστα η διαδικασία γίνεται ακόμη πιο πολύπλοκη και πιο δαπανηρή για τον πολίτη.
3) Με τις διατάξεις του σχεδίου νόμου παραγνωρίζεται ο καταναγκαστικός και εξαιρετικός χαρακτήρας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ως βαρύτατης προσβολής του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, με την απεριόριστη περιστολή των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών των απαλ/νων και την υιοθέτηση δυσανάλογων υποχρεώσεων και διαδικασιών για την είσπραξη της αποζημίωσής τους. Παράλληλα, με το σχέδιο νόμου παραβλέπεται και το γεγονός ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση είναι συνταγματικά αποδεκτή εξαίρεση του κανόνα της προστασίας της ιδιοκτησίας και πως το ισχυρό μέρος είναι ο υπέρ ου η απαλλοτρίωση, ο οποίος και πρέπει να αναλαμβάνει κατά το μείζον την πρωτοβουλία και τις ενέργειες για την πρόοδό της και όχι ο αποστερούμενος την ιδιοκτησία του, ο οποίος πρέπει να υποχρεώνεται στις λιγότερες κατά το δυνατόν ενέργειες για να πραγματώνεται η συνταγματική επιταγή της «πλήρους αποζημίωσης», χωρίς να αναγκάζεται να απευθύνεται σε διάφορες διοικητικές αρχές και σε διαφορετικής τοπικής αρμοδιότητας δικαστήρια για την επιδίωξη της αποζημίωσής του.
4) Πέραν τούτων η σκοπούμενη νομοθετική πρωτοβουλία κρίνεται αποσπασματική, καθώς δεν λαμβάνει μέριμνα για τον εκσυγχρονισμό του νομοθετικού πλαισίου των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και την συμμόρφωσή του προς την ΕΣΔΑ, όπως αυτή έχει ερμηνευτεί μέσα από την νομολογία του ΕΔΔΑ και ειδικά προς την κατεύθυνση του σεβασμού της περιουσίας και όχι απλά της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Δεν λαμβάνεται καμία νεότερη μέριμνα επίσης για το ζήτημα της αυτοαποζημίωσης (τεκμήριο ωφέλειας παρόδιων ιδιοκτητών), επί του οποίου η προηγούμενη νομοθετική απόπειρα (άρθρο 33 Ν. 2971/2001) κρίθηκε κατά πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου αντίθετη προς το Σύνταγμα.
Με το παρόν έγγραφο κατ’ αρχήν εκφράζεται η πλήρης αντίθεσή μας σε κάποιες ιδιαίτερα προβληματικές, τελείως άστοχες και άκρως αντισυνταγματικές διατάξεις του σχεδίου νόμου, όπως αυτές των άρθρων 125 παρ. 2,3,4, 126 παρ.2,3,4, 128 παρ.2, 129 παρ.4,5, 130 παρ.2,3,56, 131 παρ.2,5 και 132 του σχεδίου νόμου, οι οποίες τορπιλίζουν τον θεσμό της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και εκτίθενται αντιρρήσεις, σχόλια και προτάσεις επ’αυτών και στο τέλος προτείνονται τροποποιήσεις επί του ισχύοντος καθεστώτος στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις.

Β. ΑΝΤΙΡΡΗΣΕΙΣ-ΣΧΟΛΙΑ-ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ
επί των άρθρων του σχεδίου νόμου

Άρθρο 130 παρ. 2
(αντικαθίσταται το τρίτο εδάφιο της παρ.4 του άρθρου 18 του ν.2882/2001)
ΝΟΜΙΜΕΣ ΑΜΟΙΒΕΣ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ

Το ισχύον εδάφιο είχε ως εξής: «Προκειμένου περί απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζεται το άρθρο 22 του Ν.3693/1957» και αντικαθίσταται ως εξής: «Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 1Β του ν.2362/1995 (Α΄ 247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά έως το ήμισυ των νόμιμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων».
Κατά το άρθρο 22 του Ν.3693/1957 η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του νικώντος διαδίκου, σχετικά με δίκες με το δημόσιο, δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 100.000 δραχμών (293 ευρώ).
Εν ολίγοις με τη προτεινόμενη διάταξη αφενός από τη μία πλευρά φαίνεται να επανέρχεται και στις απαλλοτριώσεις (όπως και στις άλλες δίκες που αφορούν σε δίκες του δημοσίου) το ανώτατο όριο καθορισμού της αμοιβής του δικηγόρου, ανερχόμενο στο ποσό των 100.000 δρχ. (293 ευρώ) (αλλοιώς γιατί να καταργηθεί η εν λόγω διάταξη), αφετέρου ορίζεται από την άλλη πλευρά ειδικότερα ότι όταν υπόχρεος είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση (δηλαδή τόσο το Δημόσιο και τα Υπουργεία, όσο και οι ΟΤΑ και οι Οργανισμοί Κοινωνικής Ασφάλισης κλπ.) η επιδικαζόμενη αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται υποχρεωτικά στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων.
ΠΡΟΣΟΧΗ: Επειδή υπάρχει ασάφεια, με την άστοχη κατάργηση του γ΄εδαφίου της παρ.4 του άρθρου 18 του ν.2882/2001, πρέπει να επιλυθεί με το να παραμείνει εν ισχύ το εν λόγω εδάφιο εκ παραλλήλου ενδεχομένως με τη προτεινόμενη διάταξη.

Η παρούσα διάταξη, με την οποία προτείνεται μείωση στο ήμισυ των νομίμων αμοιβών των δικηγόρων, εισάγει ανεπίτρεπτη επέμβαση του κράτους στις νόμιμες αμοιβές των δικηγόρων, όπως αυτές καθορίζονται από τον Κώδικα περί Δικηγόρων, όπως τροποποιήθηκε μετά τον Ν.3919/2011 «για τα κλειστά επαγγέλματα», χωρίς ειδικότερο λόγο, χωρίς δηλαδή να εξειδικεύει τους λόγους που εισάγει ειδικότερη ρύθμιση, αφού δεν πρόκειται για συγκεκριμένες εξαιρετικά υποθέσεις (όπως π.χ. ειδικά επί των ολυμπιακών έργων, που καθορίστηκε στο 1/3 και με ανώτατο όριο αυτό των 2 εκατομμυρίων δραχμών, με βάση το άρθρο 9 του ν.2730/1999 και το οποίο κρίθηκε, σύμφωνα με την ολΑΠ 20/2005 και ΑΠ 424/2008 κλπ., ότι δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 β του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύµβασης της Ρώµης και 100 παρ. 1, 107 παρ. 1, 114 παρ. 5 του Ν.Δ 3026/1954 του Κώδικα Δικηγόρων, καθόσον θεσπίστηκε χάριν δημοσίου συμφέροντος, τουτέστιν για τον περιορισµό της δαπάνης εκτέλεσης των Ολυμπιακών έργων, αφού σοβαροί λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος επιβάλλουν την διαφορετική αυτή ρύθµιση (κατά το µέρος που εισάγει ανισότητα αµοιβής του Δικηγόρου στη δίκη προσδιορισµού της αποζηµιώσεως των αναγκαστικώς απαλλοτριώσεων για την εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων κατ` απόκλιση προς τα κάτω από τις άλλες απαλλοτριώσεις), συνισταμένη στην εξοικονόμηση από το Ελληνικό Δηµόσιο λίαν σηµαντικών δαπανών και τη διάθεση αυτών για την έγκαιρη και απρόσκοπτη εκτέλεση των Ολυμπιακών Έργων, εξυπηρετουμένου έτσι του εθνικού συμφέροντος).
Εξ’αντιδιαστολής συνάγεται σαφώς ότι η προτεινόμενη διάταξη, που εισάγει διαφορετική ρύθμιση, χωρίς να επιβάλλουν τη ρύθμιση αυτή λόγοι γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, αφού ισχύει ανεξαιρέτως για όλες τις υποθέσεις, όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας της Γενικής Κυβέρνησης (Ελληνικό Δημόσιο, ΟΤΑ, Ν.Π.Δ.Δ. κλπ., δηλαδή σχεδόν όλοι, πλην των ιδιωτών), αποτελεί απαράδεκτη επέμβαση του κράτους σε άλλη επαγγελματική ομάδα, αυτής των δικηγόρων, ενώ η ίδια η πολιτεία (που έχει και το μαχαίρι και το καρπούζι) δεν αιτιολογεί την ενέργειά της και αντί να αναλαμβάνει η ίδια το νόμιμο κόστος, το μεταθέτει στην επαγγελματική ομάδα των δικηγόρων.
Πολύ περισσότερο που το εν λόγω καθεστώς δεν ισχύει το ίδιο για όλους, παρά μόνο για τη περίπτωση που υπόχρεος είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση και όχι ιδιώτης.
Ως εκ τούτου είναι άστοχη η αιτιολογική έκθεση του νόμου, σχετικά με τις αμοιβές των δικηγόρων, οι οποίες είναι αναλογικές με τις αξίες των ακινήτων, όπως προσδιορίζονται από τα Δικαστήρια.
Επιπρόσθετα η ανωτέρω προτεινόμενη διάταξη έρχεται σε ευθεία αντίθεση με την έννοια της πλήρους αποζημίωσης του δικαιούχου λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, και ως εκ τούτου είναι αντισυνταγματική (άρθρο 17 Σ), αφού ο δικαιούχος της αποζημίωσης θα κληθεί να καταβάλει στον δικηγόρο του μεγαλύτερη αμοιβή από αυτήν που θα του επιδικάσει το δικαστήριο και θα του καταβάλει ο υπερ ού η απαλλοτρίωση, αφού η εν λόγω διάταξη αφορά μόνο στον υπερ’ού η απαλλοτρίωση και όχι και στον καθ’ού η απαλλοτρίωση, ο οποίος θα κληθεί να καταβάλει την υπολογιζόμενη κατά τα άρθρα 100 επ. Κώδικα Δικηγόρων, νόμιμη πλέον αμοιβή, κατά την έννοια του άρθρου 92 παρ.1εδ.τελ. του Κώδικα Δικηγόρων, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ.6 του άρθρου 5 του ν.3919/2011, μέχρι την έκδοση του προβλεπόμενου στην άνω διάταξη Π.Δ. που θα καθορίζει την αμοιβή σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κλιμακωτή επαύξηση της αξίας του αντικειμένου της δίκης.
Εν ολίγοις δεν είναι δυνατόν ο δικαιούχος να δεσμεύεται από τη ‘νόμιμη’ αμοιβή του Κώδικα Δικηγόρων, που θα πρέπει να καταβάλει στον δικηγόρο του, ενώ ο υπερ ού η απαλλοτρίωση να βαρύνεται με μικρότερη αμοιβή, ανερχόμενη στο ήμισυ της αμοιβής αυτής, με αποτέλεσμα η αποζημίωση του δικαιούχου να μην είναι πλήρης (βλ. σχετ. την ΟλΑΠ 13 και 17/2000).
Τέλος και σημειολογικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι πολλές φορές η από τον νόμο υπολογιζόμενη αμοιβή του δικηγόρου, σε ποσοστό επί της δικαστικώς καθορισθείσας αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, στη περίπτωση που η αξία αυτή είναι μικρή, δεν επαρκεί για την κάλυψη ούτε των εξόδων των δικών της απαλλοτρίωσης, εάν ληφθεί υπόψιν ιδιαίτερα ότι απαιτούνται τουλάχιστον τρεις δίκες (μία για τον καθορισμό προσωρινής τιμής, μία για τον καθορισμό οριστικής τιμής και μία για την αναγνώριση δικαιούχου), μέχρις ότε ο δικαιούχος να μπορεί να αναλάβει την αποζημίωση από το Τ.Π.ΔΑ, χωρίς να συνυπολογίσουμε διαδικασίες (εκτός δικαστηρίου) για την υποβολή αιτήματος για ιδιαίτερη αποζημίωση ή ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, ενώπιον της Κτηματικής Υπηρεσίας, Δασικής Υπηρεσίας κλπ. Π.χ. η ‘νόμιμη’ αμοιβή του δικηγόρου για ένα απαλλοτριωθέν ακίνητο αξίας 20.000 ευρώ ανέρχεται με τα σημερινά ισχύοντα σε 400 ευρώ (ποσοστό 2% για τις προτάσεις Χ 20.000 ευρώ) και μάλιστα η αμοιβή αυτή καθορίζεται ενιαία από το Εφετείο και για τον προσωρινό και για τον οριστικό καθορισμό της αποζημίωσης (κατά πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου). Ποιος άραγε δικηγόρος δεχόταν μέχρι σήμερα να αναλάβει μία τέτοια υπόθεση; Υπάρχει άραγε λόγος η αμοιβή αυτή να μειωθεί στο ήμισυ, δηλαδή σε 200 ευρώ; Και σκεφτείτε και τη περίπτωση που η υπόθεση θα φθάσει μέχρι τον Α.Π. λόγω έλλειψης αιτιολογίας της απόφασης του Εφετείου είτε σε βάρος του Δημοσίου είτε σε βάρος του δικαιούχου. Ποιος θα πληρώσει τα έξοδα της δίκης; Ο δικαιούχος, για το τυχόν σφάλμα της εφετειακής απόφασης;
ΠΡΟΤΑΣΗ: Επειδή επίκειται η έκδοση Π.Δ., κατ’εφαρμογή του άρθρου 5 του Ν.3919/2011, που θα τροποποιεί τις διατάξεις των άρθρων 100 επ. των νομίμων αμοιβών των δικηγόρων (που υπολογίζονται σε ποσοστό επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης και θα καθορίζονται σε διαδοχικώς φθίνοντα ποσοστά, κατά τρόπο αντιστρόφως ανάλογο προς την κατά καθοριζόμενες βαθμίδες πλαισίων ποσών κλιμακωτή επαύξηση της. εκφραζόμενης ή αποτιμώμενης σε χρήμα, αξίας επί της οποίας αυτά υπολογίζονται), ΝΑ ΑΠΑΛΕΙΦΘΕΙ η συγκεκριμένη διάταξη και να μη γίνει καμία τροποποίηση γιατί ενδέχεται να υπάρχει διπλή μείωση μέσω των δύο διατάξεων, αφού σκοπός και των δύο ως άνω διατάξεων είναι η μείωση των νομίμων αμοιβών, όσο ανεβαίνει η αξία του αντικειμένου της δίκης.
Σε κάθε περίπτωση (ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΑ), επειδή η προτεινόμενη διάταξη είναι παντελώς άδικη για τις χαμηλής αξίας απαλλοτριώσεις (π.χ. επί αξίας απαλλοτριουμένου ακινήτου 10.000 €, η αμοιβή του δικηγόρου, ποσοστού 2%, ανέρχεται μόλις σε 200 € και με τη παρούσα διάταξη θα γίνει 100€) προτείνουμε τη κλιμακωτή μείωση της αμοιβής, με σκοπό να υπάρχει εξορθολογισμός, όσο ανεβαίνει η αξία του αντικειμένου της δίκης, κάτι που ενδεχομένως να είχε νόμιμη βάση.
ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΗ ΔΙΑΤΑΞΗ: ΄Όταν υπόχρεος προς αποζημίωση είναι φορέας που υπάγεται στη Γενική Κυβέρνηση κατά την έννοια του άρθρου 18 του ν.2362/1995 (Α΄247) η επιδικαζόμενη από τα Δικαστήρια αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου των δικαιούχων αποζημίωσης, στις περιπτώσεις που υπολογίζεται με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, καθορίζεται υποχρεωτικά σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες νόμιμες αμοιβές του Κώδικα Δικηγόρων για τα απαλλοτριούμενα ακίνητα μέχρις αξίας 300.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο και έως το ήμισυ των ως άνω νομίμων αμοιβών του Κώδικα Δικηγόρων για το ΕΠΙ ΠΛΕΟΝ του ποσού των 300.001 ευρώ για κάθε δικαιούχο΄΄.

Άρθρο 125 παρ. 2,3,4
Με τις επιχειρούμενες αντισυνταγματικές κατά την άποψή μας διατάξεις, εισάγεται μία ακόμη προσβολή του δικαιώματος στην ιδιοκτησία, καθώς ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ (υποτίθεται σε έργα γενικότερης σημασίας για την οικονομία της Χώρας) Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, χωρίς ο ιδιοκτήτης της απαλλοτριούμενης έκτασης να τύχει της απαιτούμενης δικαστικής προστασίας και χωρίς η αποζημίωση που θα του καταβληθεί να είναι ΠΛΗΡΗΣ, αντίθετα μάλιστα θα λάβει εύλογη αποζημίωση και δη με την έκδοση ειδικού ομολόγου διάρκειας έως 18 μηνών!!!, χωρίς ταυτόχρονα να εξασφαλίζεται ότι εν τέλει θα λάβει, έστω και μεταγενέστερα, και τη πλήρη αποζημίωση.
Ειδικότερα στη πράξη έχει διαπιστωθεί ότι το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί ανάμεσα στην προσωρινή κατάληψη της ιδιοκτησίας και τη συζήτηση της αίτησης προσωρινού καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης είναι μεγάλο και ακόμα μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα μέχρι την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης (πολλές φορές στο όριο του 18μηνου). Επίσης η απόφαση του Εφετείου, με την οποία παρέχεται η άδεια προσωρινής κατάληψης και καθορίζεται η εύλογη αποζημίωση, ακόμα και αν δεν παράγει δεδικασμένο ως προς τον καθορισμό του ύψους της πλήρους αποζημίωσης, επηρεάζει άμεσα το δικαστήριο του προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης. Τέλος γίνονται δύο δικαστήρια του ίδιου βαθμού (Εφετεία) για τον καθορισμό τιμής μονάδος χωρίς ιδιαίτερο λόγο, αφού γίνεται ακριβώς η ίδια εργασία τόσο από τους δικαστές όσο και από τους δικηγόρους.
ΠΡΟΤΑΣΗ: Να τροποποιηθεί η διάταξη του άρθρου 7Α στο σύνολό της και να επιτρέπεται η κατάληψη μόνο υπό τον όρο της καταβολής της πλήρους αποζημίωσης.

Άρθρο 126 παρ.2
Η προστιθέμενη παρ. 6 στο άρθρο 8 του ν. 2882/2001, κατά το τελ.εδάφιο της οποίας «Από την κοινοποίηση σχετικής εκτελεστής απόφασης, ο δικαιούχος της απαλλοτρίωσης δικαιούται τόκων υπερημερίας, μέχρι την εξόφληση», πρέπει να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Ο δικαιούχος της απαλλοτρίωσης δικαιούται τόκων υπερημερίας από την παρακατάθεση της αποζημίωσης εκ μέρους του υπερ ού η απαλλοτρίωση και μέχρι την εξόφληση», με αιτιολογία ότι το Τ.Π.ΔΑ. διενεργεί τραπεζικές εργασίες και ως εκ τούτου ωφελείται σε βάρος του δικαιούχου της αποζημίωσης (και της πλήρους αποζημίωσης αυτού) του επιτοκίου καταθέσεων, ενώ ο καθ’ού η απαλλοτρίωση, από την κήρυξη αυτής, δεν μπορεί να εκμεταλλευτεί με τον οποιονδήποτε τρόπο το ακίνητό του.

Άρθρο 126 παρ.3
Η προστιθέμενη παρ. 5 στο άρθρο 9 του ν. 2882/2001, κατά την οποία η αποβολή από τα ακίνητα διατάσσεται οριστικά και τελεσίδικα με την απόφαση καθορισμού προσωρινής αποζημίωσης, αντιβαίνει στις διατάξεις για την προστασία της ιδιοκτησίας, η στέρηση της οποίας επέρχεται με την καταβολή της πλήρους αποζημίωσης που καθορίζεται οριστικώς.

Άρθρο 126 παρ. 4
(αντικαθίσταται το τελ.εδ. της παρ.6 του άρθρου 11 ν.2882/2001)
Με τη διάταξη αυτή του σχεδίου νόμου μειώνεται ο χρόνος της παραγραφής της αξίωσης για την είσπραξη της καθορισθείσας αποζημίωσης σε 8ετία, αντί της ισχύουσας 10ετίας και της αξίωσης για την είσπραξη της τυχόν διαφοράς μεταξύ οριστικής και προσωρινής αποζημίωσης σε 5ετία, αντί της ισχύουσας 10ετίας. Η διάταξη αυτή αντιβαίνει στο άρθρο 17 του Συντάγματος για την προστασία της ιδιοκτησίας, ειδικά δε αν ληφθεί υπ’ όψη ότι με την παράγραφο 3 του άρθρου 5 προβλέπεται διαδικασία συντέλεσης της απαλλοτρίωσης  για άγνωστους ιδιοκτήτες ή μη νομίμως κλητευθέντες ιδιοκτήτες.
ΠΡΟΤΑΣΗ: Ορθότερη, ειδικά για μία τόσο σοβαρή προσβολή του δικαιώματος της ιδιοκτησίας, θα ήταν η επιμήκυνση της παραγραφής σε 20ετή. Ποιος ο σκοπός της μείωσης της παραγραφής;

Άρθρο 128 παρ. 2
Η παράγραφος 4 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, όπως ισχύει σήμερα, εκπληρώνει το σκοπό της απαλλοτρίωσης και της αποζημίωσης του ιδιοκτήτη, διότι προβλέπει την όποια μείωση και την αχρήστευση (όχι τη σημαντική), ενώ η προτεινόμενη αντικατάσταση  επιφέρει σύγχυση στον προσδιορισμό της έννοιας «κύρια ή δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση».
Επιπρόσθετα, στην παραπάνω διάταξη του σχεδίου νόμου, όπου γίνεται λόγος για την ενδεχόμενη μείωση αξίας του απομένοντος ακινήτου, απαλείφθηκε η φράση «άχρηστο απομένον τμήμα» της παρ. 4 του άρθρου 13 του ν. 2882/2001, καθώς θεωρείται σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση ότι δεν μπορεί να μην έχει καμία χρησιμότητα απομένον τμήμα ακινήτου και δεν είναι δυνατόν συνεπώς κατά τον νομοθέτη να αποζημιωθεί αυτό ισόποσα με το απαλλοτριούμενο τμήμα. Δεν λαμβάνονται υπ’ όψη εδώ όμως περιπτώσεις, ιδίως σε κατασκευή περίκλειστων δρόμων, όπου σε εναπομείναντα ακίνητα είναι αδύνατη ακόμα και η πρόσβαση σε αυτά, πόσω μάλλον η εκμετάλλευσή τους και στα οποία είναι νοητή και επιβαλλόμενη για να τηρηθεί η συνταγματική επιταγή της προστασίας της ιδιοκτησίας η ολοκληρωτική και πλήρης αποζημίωση του ιδιοκτήτη τους, ισόποσα με το απαλλοτριούμενο τμήμα.
Άρθρο 129 παρ. 4 και 5
Με την επιχειρούμενη διάταξη του σχεδίου νόμου καθιερώνεται, ως αναγκαία προϋπόθεση για την επίλυση των ελλείψεων και σφαλμάτων του κτηματολογικού πίνακα στη δίκη της αναγνώρισης δικαιούχων, μία χρονοβόρα και αναποτελεσματική για τον πολίτη προδικασία διοικητικής επίλυσης των διαφορών αυτών, αφού σπάνια η Αρχή που συνέταξε τον κτηματολογικό πίνακα προβαίνει σε διορθώσεις του και προτείνεται να απαλειφθεί, αφού θα δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα από όσα θα επιλύσει, πέραν του γεγονότος ότι θα αποτελεί λόγο αναβολής της εκδίκασης της υπόθεσης.
Πέρα από το ότι με τη διάταξη αυτή επιβαρύνεται ο ιδιοκτήτης με την τήρηση αυστηρών προθεσμιών και σύνθετων διαδικασιών για την είσπραξη της αποζημίωσης, δεν λαμβάνεται υπ’ όψη ότι στην πράξη η ισχύουσα διαδικασία στις περισσότερες περιπτώσεις κανένα πρόβλημα δεν δημιούργησε και κάποιες φορές η αρχή που κήρυττε την απαλλοτρίωση συναινούσε ενώπιον του Δικαστηρίου στα αιτήματα διόρθωσης των ιδιοκτητών που υποβάλλονταν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη δίκη της αναγνώρισης δικαιούχων.
ΠΡΟΤΑΣΗ: Ορθός τρόπος για την αντιμετώπιση παρομοίων προβλημάτων, όπως θα αναλυθεί και παρακάτω, είναι η επαναφορά της διαδικασίας της κτηματογράφησης.
Προτείνεται ως εκ τούτου η διατήρηση αμετάβλητης της ισχύουσας διάταξης του άρθρου 16 του ν. 2882/2001.

Άρθρο 130 παρ. 3
Με την διάταξη αυτή προστίθενται επιβαρυντικές διαδικαστικά, δαπανηρές και χρονοβόρες για τους ιδιοκτήτες διαδικαστικές ενέργειες, σχετικά με την υποβολή της αίτησης προς την Κτηματική Υπηρεσία για την ιδιαίτερη αποζημίωση (όπως βεβαιώσεις μηχανικού κ.λ.π.), οι οποίες δεν προβλέπονται από το Ν.2882/2001.
Οι υποχρεώσεις που επιχειρεί να θέσει στους θιγόμενους ιδιοκτήτες ο νομοθέτης με την παραπάνω διάταξη του σχεδίου νόμου σχετικά με την απαιτούμενη προδικασία για την αίτηση ιδιαίτερης αποζημίωσης είναι ιδιαίτερα επαχθείς, με δεδομένο, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο θιγόμενος ιδιοκτήτης πρέπει να υποχρεώνεται στις λιγότερες κατά το δυνατόν ενέργειες για να πραγματώνεται η συνταγματική επιταγή της «πλήρους αποζημίωσης». Η συνταγματική επιταγή της καταβολής πλήρους αποζημίωσης δεν θεμελιώνει απλώς δικαίωμα δικαστικής επιδίωξής της στον θιγόμενο ιδιοκτήτη αλλά επιφέρει υποχρέωση του φορέα της απαλλοτρίωσης να την καταβάλλει και να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες για την καταβολή της. Τέλος πώς εννοούνται οι «πλήρεις τίτλοι ιδιοκτησίας» και για τις περιπτώσεις χρησικτησίας είναι αστείο να συζητούμε για ύπαρξη δημοσίου εγγράφου από το οποίο να προκύπτει το ακριβές εμβαδό και η θέση του ακινήτου.
ΠΡΟΤΑΣΗ:  Να απαλειφθεί η παραπάνω διάταξη του σχεδίου νόμου.

Άρθρο 130 παρ. 5
ΠΡΟΤΑΣΗ: Να απαλειφθεί η διάταξη αυτή.

Άρθρο 130 παρ. 6
ΑΞΙΕΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ
Mε τις διατάξεις του άρθρου αυτού προβλέπεται ότι «η προσωρινή αποζημίωση που προσδιορίζεται δικαστικά τεκμαίρεται ότι δεν υπερβαίνει την προσδιοριζόμενη σύμφωνα με το αντικειμενικό σύστημα αξιών του Υπουργείου Οικονομικών αξία του ακινήτου ή άλλως την εκτίμηση που αποτελεί στοιχείο της προδικασίας, ούτε μπορεί να υπολείπεται του 50% αυτών, επιτρεπομένης της ανταπόδειξης».
Τούτο, σε χειρότερη τροποποίηση από το προηγούμενο σχέδιο που προέβλεπε όχι πάνω από 80%, ούτε λιγότερο του 50% της αντικειμενικής αξίας των ακινήτων, θέτει ‘πλαίσιο’, μέσα στο οποίο ‘οφείλει’ κατά τεκμήριο να κινηθεί ο Δικαστής, με αποτέλεσμα η προτεινόμενη διάταξη αφενός να έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 20 Σ, να αποτελεί ανεπίτρεπτη επέμβαση στην κρίση του δικαστηρίου και να προσβάλλει τη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών και την αρχή της ελεύθερης εκτίμησής τους, αφετέρου να αντίκειται έντονα στην ουσιώδη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος, η οποία προβλέπει τον χωρίς κανέναν απολύτως περιορισμό καθορισμό πλήρους αποζημίωσης, αφού αποστερεί τον φυσικό δικαστή να εκδώσει απόφαση, σύμφωνα με τα προσαχθέντα και επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και την αγοραία αξία των απαλλοτριουμένων, που πρέπει να επιδικάζεται για την αντικατάσταση αυτών.
Η δυνατότητα της ανταπόδειξης, σε καμία περίπτωση, δεν εξασφαλίζει τις άνω συνταγματικές αρχές, αφού η εν λόγω διατάξη τροποποιείται με προφανείς ανεπίτρεπτους και υστερόβουλους σκοπούς, και όχι για την διασφάλιση της δίκαιης δίκης.
ΠΡΟΤΑΣΗ: Να απαλειφθεί οπωσδήποτε η διάταξη αυτή, αφού η ήδη υπάρχουσα είναι αρκούντως ικανοποιητική.

Άρθρο 131 παρ. 1
(αντικαθίσταται η παρ. 1 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001)
Η διάταξη αυτή του σχεδίου νόμου εμπεριέχει, τελείως αδικαιολόγητα, μία επιεικώς άστοχη, αλυσιτελή και καταφανέστατα αντισυνταγματική ρύθμιση, με την οποία αντικαθίσταται η παρ.1 του άρθρου 20 του ν.2882/2001, που καθιερώνει για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης τοπική αρμοδιότητα των Εφετείων της έδρας του υπόχρεου προς πληρωμή της αποζημίωσης, με την αρμοδιότητα κατά κανόνα του Εφετείου της Αθήνας, που είναι η έδρα του Δημοσίου και των περισσοτέρων νομικών προσώπων, υπέρ των οποίων κηρύσσονται οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις (ΔΕΗ κ.λ.π.).
Παρότι η διάταξη αυτή στερείται του παραμικρού επιχειρηματικού ερείσματος και αντίκειται εντονότατα στους λόγους που καθιερώνουν την αποκλειστική αρμοδιότητα των δικαστηρίων στην έδρα των οποίων βρίσκονται τα ακίνητα και ως εκ τούτου δεν χρήζει καν αντίκρουσης, εκ του περισσού, σημειώνεται ότι θα συνεπάγεται, μεταξύ των πολλών άλλων, και τις εξής δυσμενείς επιπτώσεις: α) Αδυναμία εκδίκασης ή στην καλύτερη περίπτωση πολυετή καθυστέρηση της εκδίκασης και έκδοσης αποφάσεων επί των υποθέσεων αυτών και σημαντική συμφόρηση στο Εφετείο της Αθήνας, β) Ανυπέρβλητες δυσχέρειες στη διεξαγωγή των αποδείξεων και ιδιαίτερα στην αυτοψία, αφού είναι ανέφικτο στους δικαστές του Εφετείου της Αθήνας, εάν τούτο απαιτηθεί, να μεταβούν στα ακρότατα σημεία της χώρας,  προκειμένου να προβούν στην θεώρηση των απαλλοτριουμένων, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να ακυρωθεί στην πράξη το σημαντικότατο γι’ αυτές τις υποθέσεις των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων αποδεικτικό μέσο της αυτοψίας, γ) Οι δικαστές του Εφετείου Αθηνών δεν θα έχουν επιτόπια αντίληψη των απαλλοτριώσεων και κατά συνέπεια όχι ορθή εκτίμηση της αγοραίας (πραγματικής) αξίας των απαλλοτριουμένων ακινήτων και δ) Τεράστιες και ολέθριες επιβαρύνσεις (κυρίως οικονομικές κ.α.) και απερίγραπτη ταλαιπωρία σε όλους τους εμπλεκόμενους (ιδιοκτήτες  απαλλοτριουμένων, πληρεξούσιους δικηγόρους, μάρτυρες κλπ.).
ΠΡΟΤΑΣΗ: Να απαλειφθεί οπωσδήποτε η διάταξη αυτή.

Άρθρο 131 παρ. 5
(αντικαθίσταται η παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 2882/2001)
Με την προτεινόμενη διάταξη ορίζεται ότι «Πριν από την παροχή εγγυήσεως, ο δικαιούχος της αποζημίωσης δεν μπορεί να αναλάβει ποσό μεγαλύτερο από το 70% της αποζημίωσης που έχει καθοριστεί προσωρινά». Η εν λόγω προτεινόμενη διάταξη θα πρέπει να αποσυρθεί άμεσα, καθότι αφενός έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 7 του ίδιου νόμου σχετικά με τον χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης, αφετέρου έρχεται σε αντίθεση με το δικαίωμα του δικαιούχου για καταβολή πλήρους αποζημίωσης, ταυτόχρονα με την συντέλεση της απαλλοτρίωσης και την αποβολή του από το ακίνητο. Επιπρόσθετα η ήδη υπάρχουσα διάταξη, η οποία αφήνει τη δυνατότητα στον Δικαστή να κρίνει κατά περίπτωση εάν θα υποχρεώσει τον δικαιούχο σε εγγυοδοσία, εξασφαλίζει πλήρως τα δικαιώματα του Δημοσίου, σε κάθε δε περίπτωση με τη προτεινόμενη διάταξη γίνεται ανεπίτρεπτη επέμβαση στη δικαιοδοτική κρίση του Δικαστή, κατ’αναλογία των όσων παραπάνω αναφέρθηκαν σχετικά με τις διατάξεις των άρθρων 9 παρ.5 και 10 παρ.2 του σχεδίου νόμου.
ΠΡΟΤΑΣΗ: Να απαλειφθεί οπωσδήποτε η διάταξη αυτή.

Άρθρο 132
(αντικαθίστανται οι παρ. 3,4 και 5 του άρθρου 26 του ν. 2882/2001)
Με τη διάταξη αυτή του σχεδίου νόμου καταργείται αδικαιολόγητα το τελευταίο εδάφιο της παρ.4 του άρθρου 26 του Ν.2882/2001, που προέβλεπε ότι, αν η προθεσμία για την έκδοση της βεβαίωσης από την Κτηματική Υπηρεσία παρέλθει άπρακτη, η δίκη διεξάγεται και χωρίς τη βεβαίωση αυτή, κάτι που θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στην πράξη.
Το τελευταίο εδάφιο της παρ. 4 του άρθρου 26 του ν. 2882/2001, όπως διατυπώνεται με την παραπάνω διάταξη του σχεδίου νόμου,  αφαιρεί την έρευνα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος από τον τακτικό δικαστή και το μεταφέρει στην Κτηματική Υπηρεσία και στη δασική αρχή. Η ρύθμιση είναι άστοχη διότι το Δημόσιο γνωρίζει τα κτήματά του, τα δημόσια δάση και τις δημόσιες δασικές εκτάσεις. Ο φορέας της απαλλοτρίωσης επιβάλλεται να αποστέλλει στην Κτηματική Υπηρεσία και τη δασική αρχή τα διαγράμματα της απαλλοτρίωσης, προκειμένου να προσδιορίζονται τα τυχόν δικαιώματα του Δημοσίου και ο δασικός χαρακτήρας ή μη του απαλλοτριουμένου και να αποφεύγεται η σημαντική δαπάνη του καθού η απαλλοτρίωση.
Η υποχρέωση που θέτει στον θιγόμενο ιδιοκτήτη το εν λόγω άρθρο του σχεδίου νόμου, σχετικά με τη διαδικασία αναγνώρισης δικαιούχων, να ζητήσουν την έκδοση βεβαίωσης τόσο από την Κτηματική Υπηρεσία ότι δεν προβάλλει δικαιώματα το Δημόσιο όσο και από την αρμόδια δασική αρχή ότι το απαλλοτριούμενο δεν αποτελεί δάσος ή δημόσια δασική έκταση, καθώς και η αδυναμία συζήτησης της υπόθεσης εάν δεν έχουν πραγματοποιηθεί οι απαιτούμενες διορθώσεις του κτηματολογικού διαγράμματος και πίνακα, με πρόνοια του ιδιοκτήτη, όπως και η υποχρέωση του Δικαστή να απέχει από την έκδοση απόφασης σε περίπτωση μη συμφωνίας του αιτήματος με τον κτηματολογικό πίνακα και διάγραμμα ή σε περίπτωση μη υποβολής προ τριμήνου σχετικής αίτησης διόρθωσης από τον ιδιοκτήτη στην αρμόδια Υπηρεσία, επιβαρύνουν τον ιδιοκτήτη με μία σειρά ενεργειών, στις οποίες πρέπει να προβεί προκειμένου να εισπράξει την αποζημίωση, που και με γραφειοκρατικό φόρτο επιβαρύνουν τις αρμόδιες Υπηρεσίες και άπτονται ζητημάτων (π.χ. δασικός χαρακτήρας) που θα έπρεπε να εξετάζονται και να διακριβώνονται από τον φορέα της απαλλοτρίωσης. Επιπρόσθετα αρκετές Δασικές Υπηρεσίες στη χώρα μας (πχ. των Πατρών) χορηγούν αντίστοιχες βεβαιώσεις μετά τη πάροδο 1 και πλέον έτους. Δεν οδηγούν συνεπώς στην απλοποίηση και την επιτάχυνση των διαδικασιών αναγκαστικής απαλλοτρίωσης αλλά στην περαιτέρω «γραφειοκρατικοποίησή» τους. Πρακτικά μία τέτοια ρύθμιση θα οδηγούσε σε σειρά δικαστικών αποφάσεων που θα απείχαν να εκδώσουν απόφαση λόγω τυπικών παραλείψεων, οι οποίες, αν συνδυαστούν και με την κατά τα παραπάνω σύντμηση της προθεσμίας παραγραφής, μπορούν να θέσουν σε σοβαρό κίνδυνο τα δικαιώματα των ιδιοκτητών. Επιπλέον δεν υπάρχει πρόβλεψη από το νομοθέτη για το τι θα συμβεί σε περίπτωση που μία Υπηρεσία δεν εκδώσει την αιτηθείσα βεβαίωση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας (πλην του πειθαρχικού παραπτώματος του υπαλλήλου που δεν ενδιαφέρει τον δικαιούχο της αποζημίωσης). Ορθή αντιμετώπιση των όποιων προβλημάτων παρουσιάζονται κατά τη διαδικασία της αναγνώρισης δικαιούχων προσφέρει η κτηματογράφηση που επιλύει σημαντικά σχετικά προβλήματα, όπως και παρακάτω αναφέρεται.     

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Οι μεταβατικές διατάξεις θα δημιουργήσουν μεγάλα προβλήματα στις εκκρεμείς δίκες, αφού δεν θα υπάρχουν οι προβλεπόμενες προθεσμίες για να γίνουν οι ενέργειες που απαιτούνται για την ιδιαίτερη αποζημίωση, την αναγνώριση δικαιούχων κλπ. των προσδιορισμένων ήδη δικών.
ΠΡΟΤΑΣΗ: Να ορισθεί ότι οι διατάξεις του παραπάνω νόμου δεν εφαρμόζονται στις ήδη εκκρεμείς δίκες.
Δηλαδή στο σχέδιο νόμου: «Οι παράγραφοι α).., β).., γ).., δ).., ε).., στ).., ζ).. και η).. εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος απαλλοτριώσεις» πρέπει να προστεθεί το εξής: «για τις οποίες δεν εκκρεμεί (δηλ. δεν έχει εισαχθεί) δίκη καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης ή αναγνώρισης δικαιούχου», γιατί εκκρεμής απαλλοτρίωση είναι η απαλλοτρίωση μέχρι συντέλεσης και αν μείνει έτσι η διατύπωση «εκκρεμείς απαλλ/σεις» καταλαμβάνει τις εκκρεμείς δίκες, οπότε θα δημιουργηθεί και σύγχυση και μεγάλη καθυστέρηση.

Γ. ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΔΙΑΤΑΞΕΩΝ
του Ν.2882/2001 και του άρθρου 33 του Ν.2971/2001

Μία ορθή και δίκαια παρέμβαση στο νομικό καθεστώς των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, θα έπρεπε να διενεργηθεί, μεταξύ των άλλων, και με τις εξής ρυθμίσεις:
1) Με το άρθρο 13 παρ. 2 του Ν.Δ.797/1971 καθοριζόταν ως τελευταία ημέρα, κατά την οποία θα είχε δυνατότητα ο ιδιοκτήτης να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη αξιοποίησης του ακινήτου του (κατασκευή κτισμάτων, εμφύτευση δένδρων κλπ.), αυτή της δημοσίευσης της πράξης της απαλλοτρίωσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
Απεναντίας με το άρθρο 13 παρ. 2 εδ.4 του Ν.2882/2001, η οποία διάταξη θεσπίστηκε για πρώτη φορά με το νόμο αυτό και παραμένει σε ισχύ με το σχέδιο νόμου, ο χρόνος της απαγόρευσης στους ιδιοκτήτες των απαλλοτριουμένων ακινήτων, να προβαίνουν σε βελτιωτικές πράξεις σε αυτά, τίθεται πολύ προγενέστερα και ειδικότερα ανατρέχει στον χρόνο της ανακοίνωσης της απαλλοτρίωσης που προβλέπεται στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου.
Τονίζεται ότι η ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης, όπως διαπιστώθηκε από τη μέχρι σήμερα πρακτική, προηγείται της δημοσίευσης της πράξης της απαλλοτρίωσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης, κατά μακρόχρονο χρονικό διάστημα, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 3 παρ.5 εδ. 3 του Ν.2882/2001 προβλέπει μόνο ελάχιστο χρόνο (ένα μήνα) και όχι μέγιστο μεταξύ ανακοίνωσης της απαλλοτρίωσης και δημοσίευσης της πράξης της απαλλοτρίωσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.
Προς επιβεβαίωση τούτου, αναφέρονται ενδεικτικά οι εξής περιπτώσεις απαλλοτριώσεων ως προς τους χρόνους των δύο παραπάνω διαδικαστικών πράξεων: α) Σε απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την υπ’ αριθμ.  1039417/2910/0010/27-4-2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Ανάπτυξης, η ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης έγινε τον Μάρτιο του 2004, ενώ η δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 31-5-2006, δηλαδή μετά πάροδο δύο (2) και πλέον ετών. β) Σε απαλλοτρίωση που κηρύχθηκε με την υπ’ αριθμ.  1020099/8230/0010/12-12-2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Ανάπτυξης, η ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης έγινε τον Σεπτέμβριο του 2006, ενώ η δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης στις 31-12-2007, δηλαδή μετά πάροδο ενός έτους και τεσσάρων μηνών περίπου.
Πλέον αυτών, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η ανακοίνωση της απαλλοτρίωσης δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη και την κήρυξή της, δηλαδή μπορεί να λάβει χώρα η ανακοίνωση, με τους συνεπαγόμενους πιο πάνω περιορισμούς των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών και να μην κηρυχθεί καν η απαλλοτρίωση.
Από τα προεκτεθέντα, είναι προφανές ότι με το ν. 2882/2001 και  το σχέδιο νόμου ο ιδιοκτήτης στερείται της δυνατότητας αξιοποίησης της περιουσίας του και ουσιαστικά περιστέλλονται επί μακρόχρονο χρονικό διάστημα τα δικαιώματά του κυριότητας, νομής και κατοχής επ’ αυτής, χωρίς το παραμικρό αντάλλαγμα, ούτε τη δέσμευση περί υποχρέωσης κήρυξης της απαλλοτρίωσής της, κάτι που συνιστά κατάφορη παραβίαση της ουσιώδους συνταγματικής αρχής περί προστασίας της ιδιοκτησίας (άρθρο 17 του Συντάγματος).
Συνεπώς είναι επιβεβλημένη η τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 13 παρ.2 εδ. 2 του νόμου 2882/2001, ώστε να μην υπολογίζεται η ανατίμηση του απαλλοτριουμένου που προέρχεται από ενέργειες του ιδιοκτήτη μόνο όταν αυτές έγιναν μετά την κατάθεση της αίτησης περί καθορισμού της αποζημίωσης ή σε κάθε περίπτωση μετά τη δημοσίευση της πράξης της απαλλοτρίωσης στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης.

2) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 του Ν.2882/2001, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή στον δικαιούχο της αποζημίωσης που προσδιορίστηκε προσωρινά ή οριστικά ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης γνωστοποίησης ότι η αποζημίωση κατατέθηκε  στο Τ.Π.Δ.
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.3 του Ν.2882/2001, προβλέπεται ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας καθορισμού οριστικής αποζημίωσης, από τη δημοσίευση της τελευταίας.
Εν όψει αυτών, έχει διαπιστωθεί ότι η Αρχή που διενεργεί την απαλλοτρίωση, ενώ επισπεύδει την άσκηση αίτησης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και την παρακατάθεση αυτής (της προσωρινής αποζημίωσης), ώστε να συντελεστεί η απαλλοτρίωση, μετά τη συντέλεσή της καθυστερεί υπερβολικά και καταχρηστικά τόσο τη διαδικασία καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης, όσο και την παρακατάθεση αυτής, καθώς και της αποζημίωσης για τα επιπρόσθετα αναγνωρισθέντα, παραλειπόμενα ή ανακριβώς εμφανιζόμενα στον κτηματολογικό πίνακα, όπως προεκτέθηκε.
Αποτέλεσμα αυτής της τακτικής είναι η πολυετής καθυστέρηση καταβολής στους ιδιοκτήτες της διαφοράς της αποζημίωσης που τους επιδικάστηκε κατά τη δίκη του καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης, όπως και της αποζημίωσης για τα επιπρόσθετα αναγνωρισθέντα, παραλειπόμενα ή ανακριβώς εμφανιζόμενα στον κτηματολογικό πίνακα.
Το σημαντικό αυτό πρόβλημα μπορεί να επιλυθεί μόνο με σημαντική νομοθετική τομή στις διατάξεις του Ν.2882/2001 και ειδικότερα:
α) Να διασφαλιστεί με δικονομικό τρόπο η τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 20 παρ.3 του Ν.2882/2011 περί ορισμού δικασίμου της αίτησης για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης και επειδή δεν είναι πρακτικά εφαρμοστέα η προθεσμία του  χρόνου των 30-40 ημερών από την κατάθεση της αίτησης, να τροποποιηθεί και να οριστεί σε προθεσμία έξι (6) μηνών, η οποία και να τηρείται απαρέγκλιτα. Σήμερα τα μεγάλα Εφετεία της χώρας προσδιορίζουν τις απαλλοτριώσεις μετά τη πάροδο 2 και πλέον ετών.
β) Να καθιερωθεί και ο εξής επιπρόσθετος λόγος αυτοδίκαιας άρσης της απαλλοτρίωσης, πλέον των προβλεπομένων από τη διάταξη του άρθρου 11 παρ.3 του Ν.2882/2011: Σε περίπτωση που η αναγκαστική απαλλοτρίωση έχει συντελεστεί με την καταβολή ή την παρακατάθεση της προσωρινής αποζημίωσης, να ορισθεί προθεσμία, μη υπερβαίνουσα τους έξι (6) μήνες από της δημοσίευσης της απόφασης του Εφετείου περί καθορισμού της οριστικής αποζημίωσης, μέσα στην οποία θα πρέπει να καταβληθεί ή να παρακατατεθεί και η οριστική αποζημίωση. Και να προβλεφθεί ότι η υπέρβαση της παραπάνω προθεσμίας, χωρίς την καταβολή ή παρακατάθεση της οριστικής αποζημίωσης,  θα συνεπάγεται την αυτοδίκαια άρση της απαλλοτρίωσης.

3) Από τη διάταξη του άρθρου 16 παρ.8 του Ν.2882/2001, καθώς και από τη διάταξη παρ.5 του άρθρου 8 του σχεδίου νόμου, προβλέπεται η δυνατότητα επίλυσης των διαφορών για την ακρίβεια ή την πληρότητα του κτηματολογικού πίνακα και του κτηματολογικού διαγράμματος της απαλλοτρίωσης μόνο κατά τη δίκη για την αναγνώριση των δικαιούχων.
Στο προηγούμενο νομικό καθεστώς δεν υπήρχε ανάλογη διάταξη, πλην εκείνης του άρθρου 24 του Ν.Δ.797/1971 που προέβλεπε τη διαδικασία της κτηματογράφησης για τις πιο πάνω μεταβολές, και το κενό αυτό καλύφθηκε από τη νομολογία με αποτελεσματικό τρόπο, αφού τόσο τα δικαστήρια που καθόριζαν την αποζημίωση, προσωρινή και οριστική, όσο και αυτά που εκδίκαζαν τις αιτήσεις αναγνώρισης δικαιούχων, προέβαιναν στη διόρθωση και συμπλήρωση του κτηματολογικού πίνακα και του κτηματολογικού διαγράμματος.
Με τη νέα ρύθμιση έχουν ήδη διαφανεί πολλά προβλήματα σε εκδικαζόμενες υποθέσεις, όπως τα ακόλουθα:
Η δίκη περί καθορισμού της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης κατά κανόνα προηγείται στην πράξη της δίκης αναγνώρισης δικαιούχων, παρότι προβλέπεται η δυνατότητα ταυτόχρονης διεξαγωγής και των δύο δικών, κάτι όμως που αποφεύγεται λόγω εμφάνισης πολλών δυσχερειών.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο που εκδικάζει τον καθορισμό της προσωρινής αποζημίωσης καλείται, σε όλες ανεξαιρέτως τις απαλλοτριώσεις, να καθορίσει την αποζημίωση για απαλλοτριούμενα, που, είτε παραλείπονται τελείως, είτε περιγράφονται εσφαλμένα στον κτηματολογικό πίνακα.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο του καθορισμού της προσωρινής αποζημίωσης δεν καθορίσει αυτήν για τα παραλειπόμενα ή ανακριβώς εμφανιζόμενα στον κτηματολογικό πίνακα, ακόμη και εάν κατά τη μεταγενέστερη δίκη της αναγνώρισης δικαιούχων, διορθωθούν τα τεχνικά στοιχεία της απαλλοτρίωσης με συμπλήρωση των ελλείψεων ή τη διόρθωση των ανακριβώς περιγραφομένων, δεν θα καταβληθεί προσωρινή αποζημίωση γι’ αυτά, αφού δεν θα έχει καθορισθεί. Σε αυτήν την περίπτωση η αποζημίωση δεν θα είναι πλήρης, όπως προβλέπει η παραπάνω συνταγματική διάταξη (άρθρο 17 του Συντάγματος) και ειδικότερα δεν θα καθορισθεί και δεν θα παρακατατεθεί αποζημίωση για όλα τα απαλλοτριούμενα, με συνέπεια την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημίας στους ιδιοκτήτες, αφού θα τους αφαιρούνται περιουσιακά στοιχεία χωρίς να αποζημιωθούν και βέβαια, σε αυτήν την περίπτωση, παρακωλύεται η συντέλεση της απαλλοτρίωσης.
Τα προαναφερόμενα προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με τροποποίηση της διάταξης του άρθρου 16 παρ. 8 του Ν.2882/2001, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα σε όλα τα Δικαστήρια που επιλαμβάνονται οποιασδήποτε υπόθεσης της απαλλοτρίωσης, δηλαδή του καθορισμού της προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης και της αναγνώρισης δικαιούχων, να προβαίνουν στη διόρθωση και συμπλήρωση του κτηματολογικού πίνακα και του κτηματολογικού διαγράμματος, με τη ρητή όμως πρόβλεψη ότι όσες συμπληρώσεις-διορθώσεις του κτηματολογικού πίνακα και του διαγράμματος της απαλλοτρίωσης πραγματοποιηθούν σε μία δίκη να διατηρούνται και να μην τίθενται υπό νέα δικαστική κρίση σε μεταγενέστερη δίκη της ίδιας απαλλοτρίωσης. Δηλαδή το Εφετείο κατά τη δίκη του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, που συνήθως διεξάγεται τελευταία, να υποχρεούται να διατηρήσει τις διορθώσεις του κτηματολογικού πίνακα που έχουν διενεργηθεί κατά τις προηγούμενες δίκες και επιπρόσθετα να έχει τη δυνατότητα να επιφέρει και άλλες διορθώσεις-συμπληρώσεις του κτηματολογικού πίνακα που είτε απορρίφθηκαν κατά τις προηγούμενες δίκες είτε δεν κρίθηκαν καθόλου.

4) Πάντως για την ορθότερη και δικαιότερη διόρθωση των τεχνικών στοιχείων της απαλλοτρίωσης (κτημ. πίνακα και κτημ. διαγράμματος), ενδεχομένως να πρέπει να επανέλθει στο νόμο η καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 24 του Ν.Δ. 797/1971, που προέβλεπε τη διαδικασία της κτηματογράφησης, με την πρόβλεψη ότι αυτή θα διενεργείται με δαπάνη και επιμέλεια του υπέρ ου η απαλλοτρίωση μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι (6) μηνών από της κήρυξης της απαλλοτρίωσης. Η ανάλογη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 8 του Ν. 2882/2001 είναι ελλιπής και αποτελεί μια από τις βασικές αδυναμίες του νόμου αυτού. Πρέπει όμως να συγκεκριμενοποιηθεί  για να αποφεύγονται δυσχέρειες και αμφισβητήσεις τόσο ως προς τις επιφάνειες των εκτάσεων όσο και από παραλείψεις που τυχόν θα υπάρχουν σε επικείμενα. Η διαδικασία αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει τα εξής στοιχεία: α) Οι αποτυπωμένες στο διάγραμμα εκτάσεις να είναι κλειστές, δηλαδή να εμφανίζουν τόσο την απαλλοτριωμένη έκταση όσο και την υπόλοιπη έκταση του ακινήτου που απομένει. β) Κατά τη σύνταξη του κτηματολογικού πίνακα να αποφαίνεται ο κτηματογράφος για το ποσοστό της αποζημίωσης για την εναπομένουσα έκταση, ανάλογα με το πώς τέμνεται το ακίνητο και το μέγεθος της επιφάνειας. γ) Επίσης να αποφαίνεται και για το τεκμήριο ωφέλειας για το οποίο θα αναφερθούμε στη συνέχεια. Με τα παραπάνω θα αποφεύγονται καθυστερήσεις θα ειδοποιείται έγκαιρα ο ιδιοκτήτης για να προσκομίσει  στοιχεία για τη συμπλήρωση του κτηματολογικού πίνακα και θα αποφεύγονται δικαστηριακές ενέργειες για τις παραλείψεις.

5) Θα πρέπει στο σχέδιο του νόμου να προβλεφθεί και τροποποίηση τόσο του άρθρου 18 παρ.1 του ν.2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που αφορά στην καθορισθείσα από το Δικαστήριο αποζημίωση (μόνο για το απαλλοτριωθέν και την ιδιαίτερη αποζημίωση του άρθρου 13 παρ.4), όσο και του άρθρου 33 του Ν.2971/2001, που αφορά στο πλέον «μαχητό» τεκμήριο ωφέλειας των απομενόντων της απαλλοτρίωσης τμημάτων των ακινήτων και ιδιαίτερα όσον αφορά τη διαδικασία που επιβάλλει το εν λόγω άρθρο, αλλά και τις προϋποθέσεις εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Είναι σε όλους όμως γνωστό ότι και οι ανωτέρω διατάξεις έχουν κριθεί (τόσο από το Ε.Δ.Δ.Α. όσο και από τον Άρειο Πάγο) ότι αντίκειται στις διατάξεις της Ε.Σ.Δ.Α. και του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου. Η μέχρι τώρα πείρα κατέδειξε ότι είναι ένα ζήτημα που ταλανίζει τους πολίτες στα Δικαστήρια και οι αντικρουόμενες αποφάσεις που εκδόθηκαν και συνεχίζουν να εκδίδονται περιπλέκουν το όλο θέμα και δεν το λύνουν. Ο Άρειος Πάγος έχει εκδώσει πληθώρα αποφάσεων για την αντισυνταγματικότητα, την εφαρμογή και την ερμηνεία του άρθρου 33 του Ν.2971/2001 (βλ.τελευταία τις αριθμ.11 & 12/2011 ΟλΑΠ, σχετικά με ζητήματα διαχρονικού δικαίου, αλλά και πολλές άλλες σχετικά με το ζήτημα της υποβολής του αιτήματος της ανατροπής του τεκμηρίου της ωφέλειας ταυτόχρονα με το αίτημα για καθορισμό της αποζημίωσης και όχι απαραίτητα με τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 33 του Ν.2971/2001). Επίσης το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι ο περιορισμός του άρθρου 18 παρ.1 του ν.2882/2001 για τον καθορισμό μόνο της αποζημίωσης και της ιδιαίτερης αποζημίωσης του άρθρου 13 παρ.4, και όχι και του αιτήματος της ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας, είναι ανίσχυρος ως προσκρούων στην διάταξη του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλου της ΕΣΔΑ (βλ. ΟλΑΠ 10-11/2004, ΑΠ 781/2010, ΑΠ 982/2010, ΑΠ 1046/2010, ΑΠ 1119/2010, ΑΠ 1424/2010 κ.α.). Η ταλαιπωρία όμως που αντιμετωπίζει ο πολίτης είναι συνεχής. Ως εκ τούτου οι ανωτέρω διατάξεις χρήζουν  άμεσης τροποποίησης.
Τα όσα αναφέρονται παραπάνω για την κτηματογράφηση πιστεύουμε ότι επιλύουν το θέμα για τους εξής λόγους: α) Θα αποτυπώνεται η έκταση του ακινήτου, β) θα προσδιορίζεται η έκταση που απομένει), γ) θα αποφαίνεται αν μειώνεται η αξία του υπολοίπου και ανάλογα με την επιφάνεια που απομένει να προσδιορίζεται το ποσοστό και δ) θα αποφαίνεται για το τεκμήριο της ωφέλειας και θα αποφεύγονται επί πλέον δικαστικές διαδικασίες. Τα παραπάνω στοιχεία θα συμβάλλουν στον καθορισμό της πλήρους αποζημίωσης.

6) Σχετικά με την αυτοδίκαια άρση της απαλλοτρίωσης, να προβλεφθεί στο νόμο ότι ο ιδιοκτήτης του απαλ/νου ακινήτου θα μπορεί, με μία απλή βεβαίωση της αρχής που κήρυξε την απαλλοτρίωση, να διαγράφει την εγγραφή (σημείωση) στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο του βάρους της απαλλοτρίωσης επί του ακινήτου του, ούτως ώστε να μπορεί γρήγορα να το διαχειρίζεται ελεύθερα. Να μη είναι υποχρεωμένος δηλαδή να προσφεύγει στο Διοικητικά Δικαστήρια για τη βεβαίωση της ανάκλησης και να δεσμεύεται για μεγάλο χρονικό διάστημα η περιουσία του. Εξ’ άλλου η εγγραφή  (σημείωση) της απόφασης της απαλλοτρίωσης είναι μια απλή διοικητική πράξη και η βεβαίωση της ίδιας αρχής αρκεί για την διαγραφή του βάρους της απαλλοτρίωσης από τα εν λόγω βιβλία, με τον τρόπο δε αυτό άμεσα ο ιδιώτης τυγχάνει άμεσα της προστασίας επί της ιδιοκτησίας του.

7) Στην παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 2882/2001, ενδείκνυται να προστεθεί στο τέλος «για κάθε βαθμό δικαιοδοσίας», προς αποφυγή του φαινομένου, κατά την ενώπιον του Αρείου Πάγου διαδικασία, που αξιώνεται συμβολαιογραφικό έγγραφο, να έχει ως αποτέλεσμα, σε απαλλοτριώσεις με πολλούς διαδίκους, να μη δικάζονται ποτέ οι υποθέσεις.

Οι πιο πάνω προτάσεις μας είναι σύμφωνες με την πάγια νομολογία και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.
Εάν προχωρήσουν οι πιο πάνω τροποποιήσεις και παρότι, πλέον των προαναφερομένων παρατηρήσεων και προτάσεων, οι ιδιοκτήτες των απαλλοτριωμένων πλήττονται και από άλλες διατάξεις του Ν.2882/2001 και του νέου σχεδίου νόμου, θα αποκατασταθούν εν μέρει οι κατάφορες αδικίες και συνταγματικές παραβάσεις που συντελούνται με αυτόν το νόμο και το νέο σχέδιο νόμου, σε βάρος τους.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Σχολιάστε

Filed under ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s