Περισσότερα ή λιγότερα δικαστήρια είναι η απάντηση στην κρίση απονομής της δικαιοσύνης; του Στάθη Βεργώνη, Εισαγγελέα Πρωτοδικών

Το άρθρο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε στο τεύχος Νοεμβρίου 2011 της «ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ», απ’ όπου το αναδημοσιεύουμε με την ευγενική συναίνεση του κ. Βεργώνη, τον οποίο ευχαριστούμε από καρδιάς.
«Η στόχευση του άρθρου είναι ο περιορισμός των επαρχιακών δικαστηρίων, ενώ θα πρέπει να υπάρξει δημόσιος διάλογος και για το μέλλον των μεγάλων δικαστηρίων (Αθήνας και Θεσσαλονίκης), με βάση και το συγκριτικό δίκαιο, καθώς και για την στόχευση της πλήρους ψηφιοποίησης της δικαιοσύνης.
Μια σημαντική πλευρά της κρίσης της ελληνικής κοινωνίας, πολύ πιο σημαντική από όσο φαίνεται, είναι η κρίση στην απονομή της δικαιοσύνης, τόσο ως προς την ταχύτητα όσο και ως προς την ποιότητα. Ο διάλογος όμως για την κρίση και για την έξοδο της δικαιοδοτικής λειτουργίας από αυτή είναι τις περισσότερες φορές ευκαιριακός, κυρίως γιατί τα προβλήματα δεν εντοπίζονται με γενικότερη θεώρηση του συστήματος απονομής αλλά με πολύ στενή αντίληψη, ευκαιριακά και εντός του υπάρχοντος συστήματος. Παράδειγμα, η δυσχέρεια στη θεσμοθέτηση οικονομικού εισαγγελέα, λόγω αδυναμίας του συστήματος να χωρέσει τον, απαραίτητο σήμερα, θεσμό.
Ήδη από τον Νοέμβριο του 2011 λειτουργούν τέσσερα νέα Εφετεία που περιλαμβάνουν στην αρμοδιότητά τους από δύο έως τέσσερα Πρωτοδικεία. Ήδη από την 10.2.2010 είχε δημοσιευθεί η θετική γνωμοδότηση του ΣτΕ σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία τεσσάρων νέων Εφετείων στη χώρα. Είναι ευτύχημα το ότι στις γνωμοδοτήσεις διατυπώνεται η γνώμη για αμφίβολη αποτελεσματικότητα της λειτουργίας των νέων Εφετείων, που είχε διατυπωθεί και στην προηγούμενη (αρνητική τότε ως προς τη νομιμότητα) γνωμοδότηση της Ολομέλειας του ίδιου δικαστηρίου, γιατί με αυτό τον τρόπο αναδεικνύεται η αναγκαιότητα συζήτησης σε βάθος και σύντομης λήψης και υλοποίησης αποφάσεων για τη ριζική αλλαγή της λειτουργίας της δικαιοσύνης στη χώρα. Η σημερινή χωροθέτηση των δικαστηρίων ανά την Ελλάδα προέρχεται από εποχές όπου η μετάβαση των πολιτών ακόμη και σε κοντινά αστικά κέντρα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη, χρονοβόρα και δαπανηρή, και με κάποιο τρόπο θα έπρεπε να ικανοποιηθεί το αίτημα για εύκολη πρόσβαση των πολιτών στη δικαιοσύνη. Αποτέλεσμα ήταν η επιλογή ίδρυσης και λειτουργίας μικρών μονάδων πρωτοβάθμιας δικαιοσύνης, προσιτών στους πολίτες με μικρή μετακίνηση. Τα ίδια ίσχυσαν και μεταπολεμικά, οπότε ιδρύθηκαν αρκετά νέα δικαστήρια, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σήμερα νομοί με μεγάλο αριθμό δικαστηρίων. Για παράδειγμα στην περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, όπου πλέον υπάρχει και η γέφυρα Ρίου-Αντιρρίου να λειτουργούν επτά πρωτοδικεία και δύο Εφετεία. Όπως φαίνεται και από τη δημόσια συζήτηση σχετικά με την ίδρυση των Εφετείων, η ίδρυση νέων δικαστηρίων δεν αποτελεί κοινωνική αναγκαιότητα, αλλά απλώς πολιτική ικανοποίηση κοινωνικών συντεχνιακών τοπικιστικών κ.λπ. επιδιώξεων άσχετων με την απονομή της δικαιοσύνης.
Εδώ βέβαια αναδεικνύεται και ένα γενικότερο πρόβλημα νομοθετικής πρωτοβουλίας, όχι μόνο για τα ζητήματα δικαιοσύνης, αλλά γενικότερο. Η απουσία στατιστικής από οποιαδήποτε δημόσια κοινωνική δράση δείχνει απλούστατα ότι δεν υπάρχει και αποτίμηση του πλαισίου λειτουργίας της, που είναι ο νόμος που τη διέπει. Η όποια νομοθετική πρωτοβουλία απαιτεί αποτίμηση της δράσης των ήδη ισχυόντων και όραμα γι’ αυτά που πρέπει να γίνουν. Δυστυχώς σ’ εμάς η όποια νομοθετική πρωτοβουλία, όπως είναι και η ίδρυση νέων δικαστηρίων, πηγάζει αποκλειστικά από τη συγκυρία και τις διαθέσεις κοινωνικών ομάδων, ενώ αυτά θα έπρεπε να αποτελούν απαραίτητα μεν, επικουρικά δε, στοιχεία της νομοθετικής παρέμβασης.
Σήμερα πια τα βασικά κριτήρια οργάνωσης της δικαιοσύνης, με την έννοια της κατανομής των δικαστηρίων, δεν μπορεί να είναι τα κριτήρια τα προερχόμενα από μια άλλη Ελλάδα με άλλες ανάγκες και είναι φανερή η αναγκαιότητα να δούμε τι χρειάζεται η κοινωνία μας ώστε να μπορέσει η δικαιοσύνη να είναι ο εγγυητής της ομαλής κοινωνικής και οικονομικής ζωής, γιατί αυτός είναι ο ρόλος της ως ανεξάρτητης συνταγματικής εξουσίας, πέρα από ιδεολογήματα. Και αυτός ο ρόλος δεν μπορεί να υπάρξει μέσα από τη σημερινή οργάνωσή της, με βάση το παλιό μοντέλο που απαιτεί δικαστές και εισαγγελείς ασχολούμενους με όλα τα αντικείμενα, χωρίς εξειδίκευση, δηλαδή με ευκαιριακή και αποσπασματική γνώση των ζητημάτων. Μόνο μέσα από την εξειδίκευση μπορεί πλέον να παραχθεί αποτελεσματικά η απονομή της δικαιοσύνης.
Ο μόνος δρόμος είναι μια τολμηρή αναδιοργάνωση του δικαστικού χάρτη της χώρας με βάση τα νέα συγκοινωνιακά δεδομένα και τη δημιουργία μεσαίου μεγέθους δικαστηρίων, ώστε σε κάθε τομέα να υπάρχουν δικαστικοί λειτουργοί με σχεδόν αποκλειστική ενασχόληση για συγκεκριμένο αντικείμενο, π.χ. να υπάρχει εισαγγελέας και δικαστές ανηλίκων, χωρίς άλλη ενασχόληση, εισαγγελέας και δικαστής περιβάλλοντος, εισαγγελέας και δικαστές οικονομικού εγκλήματος κ.ο.κ. Αυτό δεν μπορεί να γίνει με τη σημερινή διάρθρωση των περίπου 60 Πρωτοδικείων και Εισαγγελιών της χώρας, λόγω του κατακερματισμού των δικαστηρίων, με βάση τα συγκοινωνιακά και πληθυσμιακά δεδομένα της δεκαετίας του 1950, και την άκριτη αποδοχή τοπικιστικών και συντεχνιακών αιτημάτων, που έχει σαν αποτέλεσμα την ύπαρξη εισαγγελιών με έναν ή δύο εισαγγελείς και Πρωτοδικείων με τρεις έως έξι δικαστές. Ο μικρός αριθμός θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνο αν μοναδικά κριτήρια ήταν αφ’ ενός η εξυπηρέτηση μιας τοπικής κοινωνίας αποκομμένης από το ευρύτερο περιβάλλον, που τέτοια δεν υπάρχει σήμερα, και αφ’ ετέρου για τη συντήρηση του πλήθους των τοπικών δικηγορικών συλλόγων, με τους περιορισμούς του κλειστού, δηλ. προστατευόμενου επαγγέλματος, που και αυτό δεν θα υπάρχει σύντομα. Με τα νέα συγκοινωνιακά δεδομένα οι αποστάσεις μεταξύ διαφόρων Πρωτοδικείων είναι από είκοσι λεπτά έως μισή ώρα, όπως Πάτρα-Αίγιο-Καλάβρυτα, Πύργος-Αμαλιάδα, Έδεσσα-Γιαννιτσά, Ηγουμενίτσα-Ιωάννινα-Άρτα-Πρέβεζα κ.λπ., ενώ το εύρος των οικονομικών και κοινωνικών σχέσεων έχει καταργήσει τους χωρικούς περιορισμούς. Παράλληλα τα νομικά προβλήματα είναι πολυπλοκότερα και η δικαστική προστασία ειδικότερων συμφερόντων απαιτεί εξειδίκευση, έστω και εμπειρική. Με αυτά τα δεδομένα θα είναι εύκολο να προχωρήσουμε σε συνενώσεις Πρωτοδικείων και Εισαγγελιών, με στόχο να υπάρχουν κατά μέσο όρο σε κάθε ένα σαράντα δικαστές και δεκαπέντε εισαγγελείς, χωρίς αύξηση των οργανικών θέσεων και στο σύνολο της χώρας τριάντα πέντε (35) περίπου πρωτοβάθμια δικαστήρια και Εισαγγελίες. Έτσι και σε συνδυασμό με την πλήρη αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, τόσο σε επίπεδο αμιγούς δικαιοδοτικής λειτουργίας όσο και σε επίπεδο γραμματειών θα είναι ευχερής η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης. Ανάλογη θα μπορεί να είναι η μείωση και των δευτεροβαθμίων δικαστηρίων με ευεργετικά αποτελέσματα. Αυτό βέβαια δεν θα πρέπει να γίνει σε βάρος της εξυπηρέτησης των πολιτών, και θα πρέπει τα ήδη υπάρχοντα δικαστήρια να διατηρηθούν ως μεταβατικές έδρες και γραμματείες με χρονοδιάγραμμα μείωσης των δράσεών τους μέχρι να παραμείνουν τα άκρως απαραίτητα.
Ας κρατήσουμε λοιπόν την εύστοχη διαπίστωση αμφιβολιών από την Ολομέλεια του ΣτΕ για την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας των νέων Εφετείων, όχι απλά λόγω έλλειψης δικαστών και υπαλλήλων, αλλά και για να τεθεί επί τάπητος μια άλλη αντίληψη για την οργάνωση του δικαστικού χάρτη της Ελλάδας, προσαρμοσμένου στη νέα κοινωνική και διοικητική πραγματικότητα. Γιατί πραγματικά είναι παράδοξο σε μια εποχή που με βάση κοινωνικές και οικονομικές αναγκαιότητες, κάθε τομέας της δημόσια ζωής οργανώνεται σε σημαντικά μεγαλύτερες σε μέγεθος και μικρότερες σε αριθμό μονάδες (ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ για τη διοίκηση, συνένωση νοσοκομείων, αναδιάρθρωση των υπηρεσιών τάξης και ασφάλειας), να δημιουργούνται νέα Εφετεία με σαφώς αρνητικές επιπτώσεις στην ταχύτητα και την ποιότητα της απονομής της δικαιοσύνης».
Οι διευκρινίσεις επί του  ανωτέρω κειμένου που ακολουθούν, μας απεστάλησαν από τον κ. Βεργώνη:
1η Το βασικό και βέβαια δεν είναι το οικονομικό πρόβλημα, αν και η σημερινή συγκυρία επαυξάνει την σημασία της μείωσης της δαπάνης λειτουργίας. Το βασικό κίνητρο είναι η ποιότητα της απονεμόμενης δικαιοσύνης και η ευχερέστερη λειτουργία της. Παράδειγμα του τελευταίου μήνα. Σε δύο εισαγγελίες Πρωτοδικών του ίδιου Εφετείου που έχουν από έναν αντεισαγγελέα και 2500 μηνύσεις η κάθε μια, οι συνάδελφοι Αντεισαγγελείς είναι σε άδειες κυήσεως κλπ. Αναγκαστικά θα γίνουν δύο αποσπάσεις από ολιγάνθρωπες Εισαγγελίες με σημαντικό κόστος τόσο για την λειτουργία τους όσο και για τις συνθήκες εργασίας των υπολοίπων συναδέλφων, και μέχρι τότε συνάδελφοι της μεγαλύτερης Εισαγγελίας μεταβαίνουν για να δικάσουν τα μονομελή και τα τριμελή, με ανάλογες συνέπειες. Η αναγκαιότητα αποσπάσεων δεν είναι δε για έξι μόνο μήνες αλλά για δύο έτη. Το πρόβλημα σαφώς και θα ήταν μικρότερο και πολύ λιγότερο επώδυνο αν όλοι υπηρετούσαν σε μια εισαγγελία των δέκα αντεισαγγελέων.
2η Σαφώς, όπως φαίνεται και από το εισαγωγικό σημείωμα δεν μιλάω για συνένωση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ή Αθηνών με άλλο, αντίθετα πιστεύω ότι εκεί χρειάζεται διάσπαση, στην Αθήνα τουλάχιστον.
3η Όποια και να είναι η χρονική απόσταση Πάτρας-Αιγίου, Κοζάνης-Γρεβενών, Αμαλιάδας-Πύργου, είναι μικρότερη από Λαύριο-Ευελπίδων.
Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΓΝΩΜΕΣ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s