Ο ΔΣΑ για ΦΠΑ και φορολογικά

Έναν και πλέον χρόνο μετά την επιβολή του ΦΠΑ στους δικηγόρους και λίγο μετά τη θέσπιση της υποχρέωσης κατάρτισης καθημερινών ιδιωτικών συμφωνητικών, ο ΔΣΑ εν όψει του εθνικού διαλόγου για την φορολογία καταθέτει επισήμως και δημοσίως τις αντιρρήσεις του, για μέτρα, τα οποία αποτελούν προ πολλού πραγματικότητα, με αίτημα την επιστροφή στην προτέρα κατάσταση.

Για τον σκοπό αυτόν κατέθεσε εκτενές υπόμνημα, με τις θέσεις του, το οποίο στο σύνολό του, μπορείτε να δείτε στην διεύθυνση : http://www.dsa.gr/word_docs/ethnik_forol.doc

Σχετικά εκδόθηκε δελτίο τύπου, το οποίο έχει, ως εξής:

Δελτίο Τύπου (24.8.2011)

Ενόψει του εθνικού διαλόγου για το νέο φορολογικό σύστημα, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών, συνεπής προς τις πάγιες θέσεις του για την κατάργηση της επιβολής ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες και τη θεσμοθέτηση ενός σύγχρονου και δίκαιου συστήματος φορολόγησης των πολιτών, διατυπώνει – μεταξύ άλλων – και τις ακόλουθες θέσεις και προτάσεις, τις οποίες κατέθεσε και διά σχετικού υπομνήματος στο αρμόδιο Υπουργείο:

Ι. Φορολογικά Ζητήματα των Δικηγόρων

– Δεδομένου ότι βάσει των άρθρων 371 και 375 καθώς και του Παραρτήματος Χ της Οδηγίας 2006/112/ΕΚ του Συμβουλίου της 28ης Νοεμβρίου 2006 σχετικά με το κοινό σύστημα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας συνάγεται ότι από το κοινοτικό δίκαιο δεν απορρέει καμία υποχρέωση
υποβολής ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες
και λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την ίδια τη φύση αλλά και τη ρητή νομοθετική κατοχύρωση της δικηγορίας ως δημόσιου λειτουργήματος, τη συμμετοχή των Δικηγόρων στην απονομή της Δικαιοσύνης, δηλαδή στην άσκηση δημόσιας εξουσίας, το απόλυτο νομοθετικό ασυμβίβαστο ανάμεσα στη δικηγορία και στην άσκηση εμπορικής δραστηριότητας καθώς και τη δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση των πολιτών που ασκούν το συνταγματικά αναγνωρισμένο και διεθνώς κατοχυρωμένο δικαίωμα της παροχής δικαστικής προστασίας, η επιβολή ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες είναι απολύτως ασύμβατη προς το δικηγορικό λειτούργημα.

– Παράλληλα, δημιουργεί πρόσθετες στρεβλώσεις στην περίπτωση του legal aid και στις δίκες που αφορούν τον καθορισμό της αποζημίωσης στην αναγκαστική απαλλοτρίωση γιατί, ενώ εν προκειμένω ο ΦΠΑ θα έπρεπε να υπολογίζεται επί της δικηγορικής αμοιβής όπως αυτή καθορίζεται από τις οικείες διατάξεις και να καταβάλλεται στο Δικηγόρο από το Ελληνικό Δημόσιο, εντούτοις υπολογίζεται από
τις αρμόδιες υπηρεσίες ως μέρος της ως άνω καθορισμένης αμοιβής, με αποτέλεσμα την ουσιώδη και αδικαιολόγητη περιστολή της.

– Η μεταβολή του κανόνα σχετικά με το χρόνο κτήσεως του εισοδήματος σε συνδυασμό με τη μεταβολή ως προς το χρόνο  της Απόδειξης Παροχής Υπηρεσιών έχει ως συνέπεια το εισόδημα να θεωρείται κτηθέν με μόνη την παροχή της υπηρεσίας παραγνωρίζοντας αφενός μεν τις τρέχουσες οικονομικές συνθήκες και την παρούσα κατάσταση της ασφυκτιούσας αγοράς αφετέρου δε το γεγονός ότι κατά κανόνα μεσολαβεί πολύ μεγάλο διάστημα από τη σύνταξη και κατάθεση του εισαγωγικού δικογράφου μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης, οπότε και είθισται να καταβάλλεται η αμοιβή του Δικηγόρου.

– Η υποχρέωση έγγραφης συμφωνίας επί ποινή ισχύος των νόμιμων αμοιβών παραγνωρίζει την ταχύτητα που απαιτείται κατά την παροχή των δικηγορικών υπηρεσιών και τον επείγοντα χαρακτήρα πολλών ειδών υποθέσεων σε συνδυασμό με την καχυποψία και τη συνακόλουθη απροθυμία των εντολέων για έγγραφη δέσμευση.

Ενόψει των ανωτέρω, ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών εισηγείται: α) την κατάργηση της επιβολής ΦΠΑ στις δικηγορικές υπηρεσίες, β) την επάνοδο στο προϊσχύον νομοθετικ καθεστώς σχετικά με το χρόνο κτήσης του εισοδήματος και γ) την παροχή από τις αρμόδιες αρχές διευκρίνισης αναφορικά με το ότι η απουσία έγγραφης συμφωνίας ως προς το ύψος της δικηγορικής αμοιβής δεν δημιουργεί φορολογική παράβαση και δεν επηρεάζει την αναγνώριση της σχετικής δαπάνης ως εκπεστέας για τον εντολέα.

ΙΙ. Φορολογικά Ζητήματα Γενικότερου Ενδιαφέροντος

Κυριότερα σημεία των σχετικών μας προτάσεων τα οποία παραθέτουμε αδρομερώς: Το κράτος καλείται να δώσει ιδιαίτερη έμφαση στην αντιμετώπιση: α) των αυθαίρετων ερμηνειών των φορολογικών διατάξεων και των συμβάσεων αποφυγής διπλής φορολογίας από τις  φορολογικές αρχές, που στοχεύουν στην «πάση θυσία» εύρεση φορολογητέας ύλης, β) των αυθαίρετων και καταπιεστικών πρακτικών των φορολογικών ελεγκτών γ) των σημαντικών καθυστερήσεων στην επιστροφή οφειλομένων φόρων και της μη παροχής δυνατότητας συμψηφισμού τους με φορολογικές οφειλές του πολίτη.

– Η αντικατάσταση της πλήρους έκπτωσης από το φορολογητέο εισόδημα των εισφορών σε ασφαλιστικά ταμεία με μείωση από το φόρο σε ποσοστό 20% για εισοδήματα μέχρι 40.000 € και 10% για το τμήμα των εισφορών που αναλογεί στο πέραν των 40.000 €εισόδημα είναι αυθαίρετη και αδικαιολόγητη, τη στιγμή που για τους μισθωτούς εκπίπτει το σύνολο των εισφορών τους από το εισόδημά τους από μισθωτές υπηρεσίες.

– Ο χρόνος παραγραφής του δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου να επιβάλλει το φόρο θα πρέπει να είναι σύντομος και σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει την πενταετία, συμβάλλοντας στη δημιουργία αισθήματος ασφάλειας για το δίκαιο και τις συναλλαγές.

– Η έκπτωση δαπανών από το εισόδημα βάσει αποδείξεων πρέπει να γενικευθεί ανεξάρτητα από την κάλυψη του αφορολόγητου ορίου.

– Κωδικοποίηση όλων των υπαρχουσών φορολογικών διατάξεων έπειτα από ενδελεχή μελέτη προκειμένου να εκκαθαριστεί η φορολογική νομοθεσία από διατάξεις που είτε έχουν καταργηθείείτε δεν ισχύουν εν τοις πράγμασι και υποβολή των ερμηνευτικών εγκυκλίων των φορολογικών νόμων στη Βουλή μαζί με το σχέδιο νόμου και την εισηγητική του έκθεση.

– Ο καταβλητέος λόγω της κατοχής της περιουσίας φόρος πρέπει να συνδέεται με το παραγόμενο εκ της περιουσίας αυτής εισόδημα.

– Για όσο διάστημα δεν λειτουργούν αμιγώς φορολογικά τμήματα στα δικαστήρια οι φορολογικές διαφορές πρέπει να επιλύονται από δικαστήρια συγκροτούμενα από δικαστές που θα ασχολούνται αποκλειστικά με το αντικείμενο αυτό. Επίσης, προτείνεται α) η κατάργηση της απαγόρευσης ακύρωσης φορολογικών καταλογιστικών πράξεων λόγω παραβίασης ουσιωδών τύπων της διαδικασίας, καθώς οδηγεί σε δικονομική ανισότητα μεταξύ δημοσίου και φορολογουμένων, β) η αλλαγή του καθεστώτος αναστολής φορολογικών δικαστικών αποφάσεων, η οποία επιτρέπεται μόνο
σε περίπτωση προφανούς βασιμότητας του ενδίκου μέσου, καθώς περιορίζει υπέρμετρα την προσωρινή δικαστική προστασία, και γ) η  κατάργηση του αναλογικού παραβόλου στις φορολογικές και τελωνειακές διαφορές.

– Επιπρόσθετα, το φορολογικό δίκαιο αποτελεί ένα πλέγμα νομικών διατάξεων, οι οποίες χρήζουν ερμηνείας από πρόσωπα κατάλληλα καταρτισμένα. Ειδικότερα οι Δικηγόροι – ως κατεξοχήν επιφορτισμένοι με το έργο της ερμηνείας και εφαρμογής των νόμων – δύνανται να προσφέρουν προς τη σωστή κατεύθυνση αξιοποιούμενοι κατά την πλήρωση των προβλεπομένων θέσεων φορολογικών διαιτητών, παγιώνοντας έτσι και στους διοικουμένους την αντίληψη ότι τα ζητήματά τους αντιμετωπίζονται όχι με αμιγώς φοροεισπρακτική λογική, αλλά με κριτήρια νομιμότητας και διαφάνειας.

Η υλοποίηση των ως άνω προτάσεων το Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών θα συμβάλλει ουσιαστικά στον εκσυγχρονισμό και στον εξορθολογισμό του φορολογικού συστήματος της χώρας, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζονται η απλότητα, η σταθερότητα, η διαφάνεια και ο αναπτυξιακός χαρακτήρας του τελευταίου, αλλά και η αξιοπιστία του κράτους.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΑΔΑΜΟΠΟΥΛΟΣ

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ Δ.Σ.Α.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s