Tag Archives: ΚΠολΔικ

Πρώτη προσέγγιση των τροποποιήσεων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας


Image: Πρωτοβουλία του Υπουργείου Δικαιοσύνης

Ψηφίστηκε ο ν. 3994 (ΦΕΚ Α 165 25.7.2011) με τίτλο «Εξορθολογισμός και βελτίωση στην απονομή της πολιτικής δικαιοσύνης και άλλες διατάξεις» και έναρξη ισχύος από της δημοσιεύσεώς του (25.07.11).

 

Ο νόμος επιφέρει ουσιώδεις αλλαγές, οι κυριότερες από τις οποίες είναι οι εξής:

 

Ι. Σχετικά με την καθ’ ύλη αρμοδιότητα των Δικαστηρίων

1. Η αξία του αντικειμένου  της διαφοράς, πέραν των όσων ισχύουν, προσδιορίζεται και σε περίπτωση επικουρικής σώρευσης αγωγών από το ανώτερο ως προς την αξία αίτημα.

2. Στην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων υπάγονται

 α) όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία

του αντικειμένου τους δεν υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ,

 β) όλες οι διαφορές, κύριες ή παρεπόμενες, από σύμβαση μίσθωσης, καθώς και

οι διαφορές του άρθρου 601 του Αστικού Κώδικα, εφόσον σε όλες τις περιπτώσεις

αυτές το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα δεν υπερβαίνει τα εξακόσια (600) ευρώ.

 3. Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται

α) Όλες οι διαφορές που μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήματα και που η αξία του αντικειμένου τους είναι πάνω από είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ, δεν υπερβαίνει όμως τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ.

β) Στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται, ακόμη και αν η αξία

του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000)

ευρώ, όλες οι περιπτώσεις που περιλαμβάνει το άρθρο 16 Κ.Πολ. Δικ.

γ) Οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων της περιφέρειάς τους.

 

4. Στην αρμοδιότητα των πολυμελών πρωτοδικείων υπάγονται όλες οι διαφορές, για τις οποίες δεν είναι αρμόδια τα ειρηνοδικεία ή τα μονομελή πρωτοδικεία.

 

5. Στην αρμοδιότητα των μονομελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των μονομελών πρωτοδικείων και στην αρμοδιότητα των τριμελών εφετείων υπάγονται οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των πολυμελών πρωτοδικείων της περιφέρειας τους.

 

ΙΙ. Σχετικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα

α) Διαφορές από αδικοπραξία μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου, όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός ή επίκειται η επέλευση του

β) Δημιουργείται ειδική δωσιδικία διατροφών, καθόσον διαφορές που αφορούν αξιώσεις διατροφής μπορούν να εισαχθούν και στο δικαστήριο του τόπου όπου έχει την κατοικία του ή τη διαμονή του ο δικαιούχος της διατροφής.

 

ΙΙΙ. Σχετικά με την πληρεξουσιότητα

α) Δυνατότητα παράστασης διαδίκου χωρίς δικηγόρο: α) στο Ειρηνοδικείο, εφόσον το αντικείμενο της διαφοράς δεν υπερβαίνει το ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ, β) στα ασφαλιστικά μέτρα, γ) για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος.

β)Διορισμός πληρεξουσίου είτε με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση ή έγγραφη με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής.

 

ΙΙΙ. Δικόγραφα

α) Το Σάββατο καθιερώνεται ως μη εργάσιμη και εξαιρετέα ημέρα.

β) Στις δίκες διατροφής καθιερώνεται ανώτατο ποσό προκαταβολής εξόδων του ενάγοντα τα 300 ευρώ.

γ) Καθιερώνεται η δυνατότητα ηλεκτρονικής υποβολής δικογράφων, εφόσον φέρουν ηλεκτρονική υπογραφή, η οποία θα ενεργοποιηθεί με προεδρικό διάταγμα, στο οποίο θα καθορίζονται οι ειδικότερες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα γίνεται και θα αποδεικνύεται η με ηλεκτρονικά μέσα κατάθεση της αγωγής, η σύνταξη της έκθεσης κατάθεσής της και η τήρηση ηλεκτρονικού αρχείου αγωγών.

 

ΙV. Δικαστικός συμβιβασμός

α) Καθιερώνεται δυνατότητα δικαστικού συμβιβασμού σε κάθε στάδιο της δίκης, το δε πρακτικό συμβιβασμού συνιστά εκτελεστήριο τίτλο (το πρακτικό συμβιβασμού υποκαθιστά επίσης τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως τίτλος για την εγγραφή ή εξάλειψη υποθήκης -293, παρ. 1, εδ. γ), και μάλιστα παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστή να αναβάλλει την υπόθεση προκειμένου να επιτευχθεί ο συμβιβασμός, με καταχώριση στα πρακτικά αν αυτός επιτεύχθηκε ή όχι.

β) Η αγωγή διάρρηξης αγωγής ως καταδολιευτικής εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων εντός 30 ημερών από την κατάθεσή της, άλλως κηρύσσεται απαράδεκτη.

γ) Παρέχεται η δυνατότητα ελλείψεις ή σφάλματα του πινακίου, ως προς τα στοιχεία των διαδίκων, των  εκδικαζόμενων υποθέσεων και τη σήμανσή του να συμπληρώνονται κατά την εκφώνηση της υπόθεσης ύστερα από προφορική αίτηση οποιουδήποτε διαδίκου.

δ) Η ανταγωγή ασκείται με χωριστό δικόγραφο, που επιδίδεται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου και οκτώ τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου και του ειρηνοδικείου.

 

V. Αοριστία

Παρέχεται η δυνατότητα, μέσα από τις ερωτήσεις του δικαστή με την υποβολή ερωτήσεων ή με άλλο τρόπο να εκφράζονται σαφώς για όλα τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα τα πρόσωπα που μετέχουν στη συζήτηση, να υποβάλλουν τις αναγκαίες προτάσεις και αιτήσεις, να συμπληρώνουν τους ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν ελλιπώς και αορίστως με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και γενικά να παρέχουν τις αναγκαίες διασαφήσεις για την εξακρίβωση της αλήθειας των προβαλλόμενων ισχυρισμών.

 

VI. Συζήτηση στο ακροατήριο

α) Η κατάθεση προτάσεων στο Ειρηνοδικείο μπορεί να γίνει έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, ενώ στο Μονομελές Πρωτοδικείο κατατίθενται υποχρεωτικά.

β) Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και, όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις, καταχωρίζονται στα πρακτικά.

γ) Στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση οι διάδικοι κλητεύονται τριάντα τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτήν, με την εξαίρεση των περιπτώσεων ειδικών διαδικασιών, στις οποίες προβλέπεται συντομότερη προθεσμία κλητεύσεως. Οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν σημείωμα πέντε ημέρες πριν από τη δικάσιμο μόνο για τα θέματα που θα συζητηθούν.

δ) Μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά έως και τη συζήτηση με προτάσεις ή και προφορικά και υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται.

ε) Το δικαστήριο, αν είναι αναγκαίο, διατάσσει αυτοψία ή πραγματογνωμοσύνη με προφορική ανακοίνωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά και μάλιστα ύστερα από αίτηση των διαδίκων ή αυτεπαγγέλτως, μπορεί να αποφασίσει την εξέταση μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων χωρίς αυτοί να παρίστανται στην αίθουσα συνεδρίασης του, η δε σχετική απόφαση του δικαστηρίου δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα. Η εξέταση μεταδίδεται ταυτόχρονα με ήχο και εικόνα στην αίθουσα συνεδρίασης του δικαστηρίου και στον τόπο εξέτασης των μαρτύρων, πραγματογνωμόνων και διαδίκων. Η εξέταση αυτή, η οποία θεωρείται ότι διεξάγεται ενώπιον του δικαστηρίου, έχει την ίδια αποδεικτική ισχύ με την εξέταση στο ακροατήριο.

 

VII. Ερημοδικία

1.Με την ερημοδικία του εναγομένου, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευσή του, οι περιεχόμενοι στην αγωγή πραγματικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος θεωρούνται ομολογημένοι, εκτός αν πρόκειται για γεγονότα για τα οποία δεν επιτρέπεται ομολογία, και η αγωγή γίνεται δεκτή, εφόσον κρίνεται νομικά βάσιμη και δεν υπάρχει ένσταση που  εξετάζεται αυτεπαγγέλτως.

2. Σε περίπτωση ερημοδικίας του ενάγοντα, το δικαστήριο δικάζει χωρίς αυτόν και απορρίπτει την αγωγή.

3. Αν ο εναγόμενος άσκησε ανταγωγή εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 271 Κ.Πολ.Δικ.

 

VIII. Απόδειξη

1. Αποδεικτικά μέσα είναι η ομολογία, η αυτοψία, η πραγματογνωμοσύνη, τα έγγραφα, η εξέταση των διαδίκων, οι μάρτυρες, τα δικαστικά τεκμήρια και οι ένορκες βεβαιώσεις.

2. Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή

τέχνης.

3. Συμβάσεις και συλλογικές πράξεις δεν μπορούν να αποδειχθούν με μάρτυρες εφόσον η αξία του αντικειμένου τους υπερβαίνει τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ.

4. Δεν επιτρέπεται η απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου, έστω και αν η αξία του αντικειμένου της δικαιοπραξίας είναι μικρότερη από τις είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ.

 

VIIIΙ. Ασφαλιστικά μέτρα

1.Για την έκδοση της προσωρινής διαταγής καλείται υποχρεωτικά ο αντίδικος πριν από είκοσι τέσσερις (24) ώρες, εκτός αν ο δικαστής ορίσει συντομότερη προθεσμία κλητεύσεως. Αν υφίσταται κίνδυνος βλάβης των δικαιωμάτων του αιτούντος, η προσωρινή διαταγή μπορεί να χορηγηθεί και χωρίς κλήτευση του αντιδίκου. Στην τελευταία περίπτωση, η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων πρέπει να συζητείται υποχρεωτικά εντός τριάντα (30) ημερών, άλλως παύει αυτοδικαίως η ισχύς της προσωρινής διαταγής. Σε κάθε περίπτωση ο αντίδικος διατηρεί το δικαίωμα να ζητήσει την ανάκληση της προσωρινής διαταγής.

2. Αν το ασφαλιστικό μέτρο έχει διαταχθεί πριν από την άσκηση της αγωγής για την κύρια υπόθεση, ο δικαστής που το διατάσσει μπορεί να ορίσει, κατά την κρίση του, προθεσμία για την άσκηση της, όχι όμως μικρότερη από τριάντα (30) ημέρες.

 3. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία που έχει οριστεί κατά την παράγραφο 1, αίρεται αυτοδικαίως το ασφαλιστικό μέτρο, εκτός αν ο αιτών, μέσα στην προθεσμία αυτή, πέτυχε την έκδοση διαταγής πληρωμής. Υποβολή νέας αίτησης δεν αποκλείεται.

 

Χ. Μεταβατικές διατάξεις

1.Στις δίκες που κατά την εισαγωγή του παρόντος νόμου είναι εκκρεμείς στον πρώτο βαθμό, οι διαδικαστικές πράξεις εφαρμόζονται από τις διατάξεις του, όσες όμως είχαν ενεργηθεί πριν από την εισαγωγή του ρυθμίζονται από το προγενέστερο δίκαιο.

2.Οι σχετικές με την αναγκαστική εκτέλεση διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται στις εκτελέσεις που αρχίζουν μετά την έναρξη της ισχύος του. Τα άρθρα 959 παράγραφος 2, 963 και 975 παράγραφος 3 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται και επί πλειστηριασμών, που θα διενεργηθούν μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Τελειώνοντας, επισημαίνω την ενδιαφέρουσα κριτική, η οποία ήδη ασκήθηκε από τον Δ.Σ.Α. στις νέες διατάξεις. Ούτως ή άλλως, στο θέμα θα επανέλθουμε.

                                                                                                                                                                                                  Βασιλική Διάφα

 

 

Γράψτε ένα σχόλιο

Filed under ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ, Υπουργείο Δικαιοσύνης